«TEHOM. Άβυσσος»

Μια έκθεση φωτογραφίας της Ρενέ Ρεβάχ που κάνει βουτιά στο σκοτάδι της ιστορικής συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Μουσείο Μπενάκη, στην Περαιώς.

Η εικαστική αφήγηση της επώδυνης διαδρομής της απώλειας των μελών της οικογένειας της Ρενέ Ρεβάχ από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς.

«Νιώθω σαν λαγωνικό που ψάχνει τα ίχνη του χρόνου. Από τους τοίχους του θαλάμου αερίων ξεπροβάλλουν μυριάδες μορφές. Μη φοβάσαι. Αυτό το παιχνίδι το έπαιζα παιδί, λέγεται το παιχνίδι της σκιάς, αλλά μην ξεχνάς πως η σκιά προϋποθέτει το φως. Σε αυτόν τον φρικτό τόπο τα κτίρια έχουν μνήμη. Ο χρόνος έχει ζωγραφίσει ανθρώπινες ιστορίες».

Στις 15 Μαρτίου 1943, πριν από 76 χρόνια, στον παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης σφύριζε το πρώτο τρένο του θανάτου για τα στρατόπεδα Μπίρκεναου και Άουσβιτς της Πολωνίας2.800 εβραϊκής καταγωγής πολίτες στοιβάχτηκαν σε σφραγισμένα εμπορικά βαγόνια ζώων. Μέχρι τις 2 Αυγούστου του 1943 μεταφέρθηκαν με 19 αποστολές, οι οποίες έφθαναν νύχτα, “Nacht und Nebel” («Νύχτα και με ομίχλη»), 46.061 Εβραίοι στα στρατόπεδα, όπου στην πλειοψηφία βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και οι συγγενείς της φωτογράφου Ρενέ Ρεβάχ: η προγιαγιά της Σολ Βενέτσια μαζί με τα παιδιά της Ολγα, Λίνα και Ισάακ.

Μοναδικός επιζών ήταν ο παππούς της Αλβέρτος Ρεβάχ, ο οποίος είχε διαφύγει στην Αθήνα, και με τη βοήθεια φίλων του δούλευε ως εργοδηγός στα μεταλλεία Λαυρίου. Εκεί θα παραμείνει για δύο χρόνια κρυμμένος από τους Ιταλούς φίλους του. Στέλνει διαρκώς μηνύματα, τους τονίζει να φύγουν μακριά από τη Θεσσαλονίκη… είχε νιώσει το κακό που σύντομα πλησιάζει. 

«Πού να τρέχουμε… Πού να αφήσουμε το σπίτι μας… Καλά είμαστε εδώ… Δεν μας πειράζουν οι Γερμανοί, μόνο μας περιορίζουν…», τον διαβεβαιώνουν εκείνοι, αρνούμενοι να μετακινηθούν. Πιστεύουν ότι όλα θα πάνε καλά.

Και φθάνει η συνθηκολόγηση της Ιταλίας και η ένταξή της στη συμμαχία με τα αντίποινα των Γερμανών να κορυφώνονται προς πάσα κατεύθυνση. Ιταλοί συλλαμβάνονται, μαζί τους και ο παππούς Αλβέρτος που καταφέρνει να δραπετεύσει και να βρει κρησφύγετο στο Κολωνάκι, σε ένα διαμέρισμα στην Καρνεάδου. Ολόκληρη η οικογένειά του, μαζί με άλλους 45.000 Εβραίους έχουν «μεταφερθεί» από τη Θεσσαλονίκη, όπως εκείνος πιστεύει για καταναγκαστική εργασία στην Ανατολική Ευρώπη. Μόνο του μέλημα πλέον, είναι να προετοιμάσει την επιστροφή τους. Ο αγαπημένος του φίλος Χάιμ Μπενβενίτσε που εργάζεται ως γραμματέας στο Μπίρκεναου γράφοντας λίστες με τα ονόματα όσων χάνονται στα κρεματόρια, σύντομα θα γίνει αγγελιαφόρος θανάτου:

«Αλβέρτο, μην τους περιμένεις πια… Δεν ζει κανένας …».

Καθισμένος σε μια καρέκλα στο διαμέρισμα της οδού Καρνεάδου, θα μείνει αμίλητος να κοιτάει απέναντι τον Ευαγγελισμό ο παππούς Αλβέρτος, χωρίς να κλαίει, χωρίς να μιλάει, χωρίς να τρώει..:

«Είσαι η εικόνα που σχημάτισε η καρδιά μου. Σε φαντάζομαι να κάθεσαι στην καρέκλα στο μπαλκόνι της οδού Καρνεάδου, κοιτάζοντας τον Ευαγγελισμό. Αμέτρητες φορές φαντάζομαι την καρέκλα, μέχρι που στο τέλος πιστεύω πως είναι μια ξύλινη, που άλλοτε γίνεται καφενείου και άλλοτε από βαρύ μασίφ ξύλο. Πόσο θέλω να μπορώ να σου κρατώ το χέρι όταν έρχεται ο κατακλυσμός. Σε βλέπω να κρύβεσαι γεμάτος φόβο, να ελπίζεις, να τρομάζεις, και να πέφτεις από έναν γκρεμό στα βάθη της αβύσσου και να χάνεσαι. Εκεί ταξιδεύω και σε συναντώ», γράφει η εγγονή του, Ρενέ Ρεβάχ μετά από χρόνια στο ημερολόγιο που κρατάει στα ταξίδια της στα στρατόπεδα και στο γκρίζο τοπίο του Μπίρκεναου.

Η Ρενέ Ρεβάχ συναντά νοερά τον παππού της τη στιγμή της απόλυτης παράδοσής του, τη στιγμή που μαθαίνει πως η οικογένειά του είχε αφανιστεί και του δίνει υπόσχεση να τον οδηγήσει εντέλει στον τόπο του εγκλήματος, που ο ίδιος δεν βρήκε ποτέ το κουράγιο να επισκεφτεί. Η καλλιτεχνικής της διαίσθηση θα βρουν ένα και μόνο δρόμο: ένα ταξίδι φωτογραφικής αποτυπωσης, ένα ταξίδι λύτρωσης, το έργο της Tehom (μια βιβλική εβραϊκή λέξη που σημαίνει το αρχέγονο βάθος). 

Οι μαρτυρίες και το μεγάλο ταξίδι λύτρωσης της Ρενέ Ρεβάχ

Οι μαρτυρίες των επιζώντων, όλα όσα θα διαβάσει και όλα όσα νιώθει σαν σκιά να διατρέχουν τον οικογενειακό της ιστό και τον αφανισμό της θα οδηγήσουν μετά από δεκαετίες τη Ρενέ Ρεβάχ να δώσει μια εικόνα σε αυτό που παραμένει κρυμμένο στον ιστορία της. Με τη φωτογραφική της μηχανή ακολουθεί τα ίχνη τους, αναζητά μια αντανάκλαση από το βλέμμα τους στο σκοτεινό βαγόνι του τρένου που τους μετέφερε στα στρατόπεδα, στο γκρίζο τοπίο του Μπίρκεναου, εγκαταλελειμμένο σήμερα  σε ένα νεκροταφείο τρένων στη Θεσσαλονίκη. Tο αγωνιώδες βλέμμα, την οργή, τον πόνο, τον τρόμο, την κούραση; Ποια η μνήμη και πώς να την αποτυπώσεις, πώς να τη μετουσιώσεις σε ένα αφήγημα;

Θα ακολουθήσουν δύο διαδοχικά ταξίδια της Ρεβάχ στα στρατόπεδα Μπίρκεναου και στο Άουσβιτς. Σε κάθε βήμα της διαδρομής της, απευθύνεται νοερά στον παππού της. Του στέλνει τις φωτογραφίες από τα βαγόνια που είναι σταθμευμένα στο Άουσβιτς, τα δέντρα, τις λίμνες, τους κοιτώνες, τις πόρτες, τους θαλάμους αερίων, και μοιράζεται μαζί του τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, μέχρι την τελευταία εικόνα:

«Όσοι επιζούν, θέλουν να ξεχάσουν, επιζητώντας το ανέφικτο. Τα παιδιά τους θέλουν να φύγουν και να ελευθερωθούν από τη βαριά ιστορία, και μόνο η Τρίτη Γενιά, τα εγγόνια, σε “απόσταση” από το τραυματικό γεγονός, μοιάζει να ωθείται από την ανάγκη αποκατάστασης και κάθαρσης», γράφει ο Γιώργος Βουζουλίδης στο βιβλίο Renee Revah – Tehom.

Η Ρενέ Ρεβάχ στα ταξίδια της γονατίζει, ψηλαφεί, ακούει κατανυκτικά μήπως και ανασύρει μια κρυμμενη μνήμη, έναν ήχο από τα ανείπωτα. Κάθε επίσκεψή της οδυνηρή και αβάσταχτη, γεμάτη από προβληματισμούς και αναπάντητα ηθικά ερωτήματα για το μεγαλύτερο ίσως έπος παραλογισμού που έχει ποτέ καταγραφεί στην ιστορία. Είναι αδύνατο να καταλάβει. 

«Η αλήθεια του Άουσβιτς παραμένει κρυμμένη στις στάχτες του. Είναι το τελικό στάδιο της διαλεκτικής του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, η τέχνη όμως πρέπει να επιμείνει και να αντισταθεί στις δυνάμεις στις οποίες έχει υποκύψει. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Τι σθένος και ηθικό ανάστημα πρέπει να διαθέτει κανείς για να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα, να την αναπλάσει χωρίς να διαπράξει ύβρη απέναντι στους μάρτυρες ή στους νεκρούς;

Το Άουσβιτς είναι ένα απόκοσμο σύμπαν, που κανένα μέσο δεν μπορεί να αναπαραστήσει: Αυτή, λοιπόν, είναι η νίκη του δήμιου, καταλήγει ο Βίζελ, ανεβάζοντας τα εγκλήματά του σε ένα επίπεδο πέρα από τη φαντασία και την κατανόηση των ανθρώπων, έχει στερήσει από τα θύματά του κάθε ελπίδα να μοιραστούν το τερατώδες νόημά τους με άλλους», γράφει ο Ελιέζερ Βίζελ («Art and the Holocaust: Trivializing Memory», The New York Times, Ιούνιος 11, 1989 Ελί Βίζελ, επιζών του Άουσβιτς, Νόμπελ Ειρήνης 1986).

Η Ρενέ θα βρει το νήμα της δικής της αφήγησης σε ένα οικογενειακό κειμήλιο από τη δεκαετία του 1940, τότε που ο παππούς Αλβέρτος προετοίμαζε την επιστροφή της οικογένειάς του. Μέσα σε ένα μπαούλο με όλα όσα συγκέντρωνε, η Ρενέ θα βρει ένα τραπεζομάντηλο, ένα λευκό διάφανο πλεκτό ύφασμα που στο εξής διατρέχει το έργο της, σκηνοθετώντας το, αποδίδοντάς του ρόλο κομιστή των στιγμών, των αισθημάτων, των σκέψεων.

Σε μια πρώτη ενότητα των φωτογραφιών, το βλέπουμε απλωμένο μέσα στο βαγόνι που μετέφερε τους δικούς της στο Άουσβιτς, σχηματίζοντας μια στέγη που ως χουπά (παραδοσιακό εβραϊκό σύμβολο του σπιτιού και της θείας σκέπης), εκπροσωπεί «το πνεύμα της οικογένειας», που προσκαλεί τα φαντάσματα να φανερωθούν: πρώτα το πορτρέτο της προγιαγιάς της κι έπειτα άλλα πρόσωπα, που προβάλλονται διαδοχικά στον εσωτερικό τοίχο του βαγονιού.

Σε μια άλλη ενότητα βυθισμένο στο νερό μιας λίμνης, μια άβυσσος που έχει κυριολεκτικά καταπιεί στο σκοτεινά της βάθη τις αποτρόπαιες πράξεις της ιστορίας του Ολοκαυτώματος. Οι μαρτυρίες των επιζώντων είναι συγκλονιστικές: η τέφρα των οστών μεταφερόταν με φορτηγά στις όχθες του ποταμού Βιστούλα, όπου την έριχναν στα νερά του. Ανθρώπινες στάχτες σκορπίζονταν επίσης στον ποταμό Σόλα, κοντά στο στρατόπεδο του Άουσβιτς στο χώμα.

«…Ένας κρότος, ένας επίμονος ήχος με οδηγεί στο κλειστό παράθυρο του κοιτώνα. Ένα πολύχρωμο πουλί, ένας καλόγερος χτυπάει επίμονα το τζάμι προσπαθώντας να βγει έξω. Πού και πού σταματάει, κάνει ένα σύντομο μελωδικό κελάηδημα, κι έπειτα πέφτει ξανά πάνω, στο τζάμι. Την καρδιά μου πλημμυρίζει συγκίνηση, έκπληξη και ταυτόχρονα άπειρη ευγνωμοσύνη. Λυπάμαι που σε άφησα μόνο σου, αλλά να, το πουλί βρήκε ένα κρυφό πέρασμα στην οροφή και κατάφερε να συναντήσει τη δική σου −τώρα πια− ελεύθερη ψυχή», γράφει η Ρενέ Ρεβάχ.

Ένα φωτογραφικό λεύκωμα και μια μεγάλη έκθεση

Το φωτογραφικό έργο της Ρενέ Ρεβάχ, η εικαστική αφήγηση της επώδυνης διαδρομής της απώλειας των μελών της οικογένειας της Ρενέ Ρεβάχ από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς, πλαισιωμένο από τις σημειώσεις των ημερολογίων της σε πρώτο πρόσωπο, ένας νοερός διάλογος με τον παππού της Αλβέρτο είναι το περιεχόμενο της έκθεσης TEHOM που εγκαινιάστηκε στις 14 Φεβρουαρίου στο Μουσείο Μπενάκη.

Τehom της Ρενέ Ρεβάχ
Επιμέλεια: Κωστής Αντωνιάδης

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ – ΚΤΙΡΙΟ ΟΔΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου, Γκάζι

Διάρκεια έκθεσης: 15.2.2024 έως 19.5.2024

Περισσότερες πληροφορίες: www.benaki.org

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *