Σίντνεϊ Πόλακ

Παραγωγικότατος και με μεγάλο εύρος τόσο στις δραστηριότητες, όσο και στη θεματολογία των ταινιών του, ο Πόλακ ήταν ένα από τα πιο σεβαστά πρόσωπα στην κινηματογραφική βιομηχανία. Σκηνοθέτης, παραγωγός και ηθοποιός, σκηνοθέτησε 21 ταινίες, έκανε την παραγωγή σε 47 και έπαιξε 32 ρόλους ως ηθοποιός σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.

Ο Σίντνεϊ Πόλακ γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1934 στο Λαφαγιέτ της Ιντιάνα, στους κόλπους μιας εβραϊκής οικογένειας μεταναστών από τη Ρωσία. Ο πατέρας του ήταν επαγγελματίας πυγμάχος και φαρμακοποιός. Ο νεαρός Σίντνεϊ ήθελε αρχικά να γίνει οδοντίατρος, αλλά στα 17 του χρόνια ανακάλυψε τη Νέα Υόρκη και τον κόσμο του θεάματος. Σε ηλικία μόλις 20 ετών δίδασκε δραματική τέχνη στο ονομαστό Νέιμπορχουντ Πλέιχαουζ.

Αρχικά δούλεψε στο θέατρο και την τηλεόραση, όπου σκηνοθέτησε διάφορα επεισόδια των σειρών Ο Φυγάς και Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει. Το 1965 εγκατέλειψε τη Νέα Υόρκη για το Λος Άντζελες και άρχισε την πλούσια κινηματογραφική του καριέρα. Σκηνοθέτησε δεκάδες σταρ του Χόλιγουντ, όπως τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ (με τον οποίο γύρισε επτά ταινίες), Πολ Νιούμαν, Μέριλ Στριπ, Χάρισον Φορντ, Τομ Κρουζ και Νικόλ Κίντμαν. Γύρισε ταινίες που θεωρούνται πλέον κλασικές: Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν (1969), Τζερεμάια Τζόνσον (1972), Τα καλύτερά μας χρόνια (1973) και Οι τρεις μέρες του Κόνδορα (1975).

Τα καλύτερά μας χρόνια  είναι η αιώνια ρομαντική ταινία ενός μαέστρου που ξέρει να “παίζει” ιδανικά στις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα από τα πιο ωραία φιλμ για τους έρωτες των φοιτητικών χρόνων, τις μεγάλες διαφορές στις ιδέες, τα θυελλώδη συναισθήματα που κρατάνε μια ζωή. Δύο άνθρωποι που ερωτεύονται στα νεανικά τους χρόνια, χάνονται, ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια και έρχεται ο επίλογος… Το τραγούδι των τίτλων ερμήνευε η πρωταγωνίστρια Μπάρμπαρα Στρέιζαντ και δίπλα της ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ήταν στην πιο γοητευτική στιγμή της καριέρας του.

Η εμπειρία του στην υποκριτική ήταν εκείνο το στοιχείο που τον έφερνε πολύ πιο κοντά στους πρωταγωνιστές του, με αποτέλεσμα ταινίες που είχαν ξεχωριστή γοητεία και αμεσότητα, οι οποίες είχαν μεγάλη επιτυχία και σε εμπορικό επίπεδο. Ο ίδιος έλεγε: «Οι περισσότεροι από τους σπουδαίους σκηνοθέτες που γνωρίζω δεν ήταν ηθοποιοί, οπότε δεν μπορώ να πω ότι είναι προαπαιτούμενο. Από την άλλη μεριά, είναι μια τεράστια βοήθεια».

Βέβαια, γνώριζε και πώς να τους χειριστεί ώστε να βγάλουν τον καλύτερό τους εαυτό. Όπως είχε πει, «οι σταρ είναι σαν καθαρόαιμα άλογα. Ναι, είναι αλήθεια ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο επικίνδυνα όταν έχεις να κάνεις μαζί τους. Έχουν τα καπρίτσια τους. Όμως όταν κάνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που ξέρουν να κάνουν, ό,τι κι αν είναι αυτό που τους έκανε σταρ, είναι πραγματικά συναρπαστικό». 

Από τα τέλη του ’60 και σε όλη τη δεκαετία του ’70, ο Πόλακ γύριζε ταινίες που είχαν κριτική και εμπορική επιτυχία. Αλλά η δεκαετία του ’80 ήταν αναμφισβήτητα η πιο δυνατή στη φιλμογραφία του. Είχε ήδη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ το 1970, για τη σκηνοθεσία του Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν (η ταινία είχε συνολικά εννιά) και επέστρεψε στα Όσκαρ το 1983 με την τεράστια επιτυχία της Τούτσι. Εκείνη τη χρονιά ήταν υποψήφιος και ως σκηνοθέτης και ως παραγωγός, χωρίς όμως και πάλι να κερδίσει. Η χρονιά της αναγνώρισης ήταν το 1986, όταν κέρδισε τα Όσκαρ καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας για το Πέρα από την Αφρική, που υπήρξε μεγάλη επιτυχία σε καλλιτεχνικό και εμπορικό επίπεδο. Η ταινία αυτή, που για πολλούς θεωρείται η κορυφαία της καριέρας του, βραβεύτηκε συνολικά με επτά Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και αυτό της καλύτερης ταινίας. Για τελευταία φορά, ο Πόλακ ήταν υποψήφιος στην απονομή των Όσκαρ ως παραγωγός του Μάικλ Κλέιτον με τον Τζορτζ Κλούνεϊ.

Μετά την εμπορική αποτυχία της ταινίας Αβάνα (1990), με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, αφοσιώθηκε περισσότερο στην παραγωγή (Λογική και ευαισθησίαΟ ταλαντούχος κύριος ΡίπλεϊΕπιστροφή στο Κολντ ΜάουντενΜάικλ Κλέιτον κ.ά), ενώ έπαιξε και σε διάφορες ταινίες, όπως στο Μάτια ερμητικά κλειστά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, αλλά και στην τηλεοπτική σειρά Οι Σοπράνος. Οι τελευταίες του σκηνοθετικές δουλειές ήταν ένα το ντοκιμαντέρ για τον περίφημο αρχιτέκτονα Φρανκ Γκέρι το 2005 και την ίδια χρονιά το πολιτικό θρίλερ Η Διερμηνέας, με πρωταγωνιστές τη Νικόλ Κίντμαν και τον Σον Πεν.

Ο Σίντνεϊ Πόλακ έδωσε σκληρή μάχη με τον καρκίνο κι έφυγε από τη ζωή στις 26 Μαΐου 2008. Υπήρξε ένας από τους τελευταίους «ρομαντικούς» δημιουργούς του αμερικανικού κινηματογράφου, που αφηγήθηκε ερωτικές ιστορίες, με εξωτικό φόντο και κοινωνική συνείδηση.

Happy team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *