Στάνλεϊ Κιούμπρικ

της Μαρίας Βόλλη

Ο “σκηνοθέτης από το μέλλον” υπήρξε τελειομανής, σχολαστικός, διανοούμενος, περίεργος, διαφορετικός, σχιζοφρενής, ιδιότροπος και λάτρης της λεπτομέρειας.

Πρόκειται πραγματικά για έναν εμβληματικό καλλιτέχνη που μέσα από τις ταινίες του κατάφερε να διευρύνει τα όρια της έβδομης τέχνης όσο ελάχιστοι. Γεννημένος από γονείς πρώτης γενιάς μετανάστες Εβραίους, στις 26 Ιουλίου 1928 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, έγινε από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών και παραγωγός ταινιών. Ο πατέρας του ήταν γιατρός. Η οικογένεια ζούσε στη λεωφόρο Γκραντ Κόνκουρς κοντά στον «Loew’s Paradise», έναν τεράστιο κινηματογράφο που έγινε το δεύτερο σπίτι του Κιούμπρικ και ήταν ευτυχισμένος όταν έβλεπε μια ταινία, ακόμα και κακή. Αυτό που χαρακτηρίζει το έργο του, είναι η διαφορετική θεματολογία των ταινιών του, αλλά και το στυλ. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει με σιγουριά ότι ο σκηνοθέτης του “Σπάρτακου”, του “2001: A Space Odyssey” και του “Barry Lyndon”, ήταν ο ίδιος άνθρωπος.

Ήταν έξυπνος, αλλά φτωχός μαθητής. Μόνιμα δυσαρεστημένος και επαναστατημένος, έμοιαζε με βρώμικο μπίτνικ, πολύ πριν εμφανιστούν οι μπίτνικς. Λάτρευε το σκάκι και τη φωτογραφία και αργότερα, άφραγκος εικοσάχρονος, θα επιβίωνε παίζοντας σκάκι στο Washington Square Park. Παντρεύτηκε και έγινε φωτογράφος για το περιοδικό Look, ένα πιο θαρραλέο ανταγωνιστή του Life.

Παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και γνώρισε το κοινό του περιοδικού Partisan Review. Εκείνη την εποχή, αν υπήρχαν, οι σχολές κινηματογράφου ήταν ελάχιστες. Ο Κιούμπρικ είπε κάποτε σε μια συνέντευξή του: «Για μια περίοδο τεσσάρων ή πέντε ετών, έβλεπα όλες τις ταινίες που γυρίζονταν. Καθόμουν εκεί πέρα και σκεφτόμουν, δεν έχω ιδέα από ταινίες, αλλά ξέρω ότι μπορώ να φτιάξω μια καλύτερη ταινία από αυτή».

Με τις ταινίες “Killer’s Kiss” και “The Killing”, έγινε γνωστό το όνομά του στο Hollywood, και το 1957 σκηνοθέτησε τον Κερκ Ντάγκλας στην αντιπολεμική ταινία “Paths of Glory”. Εκεί όλοι κατάλαβαν ότι ο νεαρός Κιούμπρικ ήταν κάτι διαφορετικό από τα δεδομένα της εποχής. Ήταν τολμηρός, ξύπνιος, θαρραλέος και χειριζόταν τις κινηματογραφικές του εικόνες με εξαιρετική δεξιοτεχνία. Άλλωστε, δεν ήταν τυχαίο ότι δεν ξεκολλούσε από την αίθουσα του μοντάζ μέχρι να τον ικανοποιήσει το αποτέλεσμα.

Δημιούργησε ταινίες από βιβλία, τα οποία προσάρμοζε κάθε φορά στις δικές του ιδέες και με τη δική του κινηματογραφική οπτική γωνία. Όπως ο Όρσον Γουέλς έτσι και ο Κιούμπρικ είχαν τη μοναδική ικανότητα να μεταφέρουν ένα βιβλίο στη μεγάλη οθόνη κάνοντάς το απόλυτα δικό τους και συχνά πυκνά αλλάζοντας την πορεία και την εξέλιξη. Το γεγονός αυτό βέβαια μπορεί να είχε ένα μοναδικό αισθητικό αποτέλεσμα αλλά δεν άφησε πάντα ικανοποιημένους και τους συγγραφείς.

Το 1960 ο Κερκ Ντάγκλας, σαν πρωταγωνιστής και παραγωγός, κάλεσε τον Κιούμπρικ να καθίσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη για την επική ταινία “Σπάρτακος”. Οι διαμάχες του με τον διευθυντή φωτογραφίας Ράσελ Μέττι, λέγεται ότι ήταν επικές. Δεν τον εμπιστευόταν και δεν τον άφηνε να κάνει τη δουλειά του, δουλειά που αναλάμβανε ο ίδιος ο Κιούμπρικ. Στη συνέχεια ο Κιούμπρικ σκόπευε να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία της ταινίας “Η Εκδίκηση Είναι Δική μου” (One-Eyed Jacks, 1961), αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν ευόδωσαν και οι παραγωγοί προτίμησαν την ταινία να σκηνοθετήσει τελικά ο Μάρλον Μπράντο, ο οποίος και έπαιζε σε αυτήν.

Απογοητευμένος από τους μεγάλους παραγωγούς του Hollywood, πήρε την απόφαση να φύγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και μετακόμισε στο Λονδίνο. Η πρώτη ταινία που γύρισε εκεί ήταν η “Λολίτα” (Lolita, 1962), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο οποίος επιμελήθηκε και το σενάριο της ταινίας. Ακολούθησε η ταινία “S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα” (1964) και η τεράστια εμπορική της επιτυχία έδωσε στον Κιούμπρικ την οικονομική και καλλιτεχνική ανεξαρτησία για να ασχοληθεί με οτιδήποτε ήθελε. Έτσι συνεργάστηκε με τον Άρθουρ Κλαρκ στη συγγραφή ενός σεναρίου επιστημονικής φαντασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η ταινία “2001: Οδύσσεια του Διαστήματος” (2001: A Space Odyssey), η οποία θεωρείται από πολλούς η καλύτερη του είδους. Τα θέματα της «Οδύσσειας» είναι βαθιά. Μέσα σε μόλις 3 σχεδόν ώρες προσπάθησε να πει όλη την ιστορία της εξέλιξης του ανθρώπου ξεκινώντας από τους πιθήκους και φτάνοντας στο εξελιγμένο μέλλον του 2001. Προσπάθησε να δώσει το νόημα και τη θέση του ανθρώπου στο σύμπαν και να περάσει ανησυχίες για την τεχνητή νοημοσύνη.

Το 1971 οι θεατές σοκαρίστηκαν με τη φαινομενικά αναίτια βία στο “Το Κουρδιστό Πορτοκάλι'” (Clockwork Orange). Έναν χρόνο μετά την επίσημη κυκλοφορία της αποφασίστηκε η απαγόρευση της προβολής της στην Αγγλία. Ο Κιούμπρικ, απογοητευμένος από την υποκρισία της Αγγλικής κοινωνίας και τη λογοκρισία της ταινίας του, αποφάσισε να απαγορέψει και ο ίδιος την προβολή της ταινίας του στην Αγγλία, μέχρι τον θάνατό του. 

Η ενασχόληση του Κιούμπρικ με διαφορετικά κινηματογραφικά είδη συνεχίστηκε και το 1975 γύρισε το “Μπάρρυ Λύντον” (Barry Lyndon), μια επική ιστορία, ένα αριστούργημα αισθητικής που εκτυλίσσεται κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Για να πετύχει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, εφηύρε ο ίδιος κάμερα η οποία μπορούσε να κινηματογραφεί χωρίς το φως των προβολέων, αλλά με το φυσικό φως και στα βραδινά πλάνα με το φως των κεριών.

Στη συνέχεια διασκεύασε το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ στην ταινία τρόμου “Η Λάμψη’ (The Shining, 1980). Η πολύ καλή ερμηνεία του Τζακ Νίκολσον συνέβαλε στην εμπορική επιτυχία της ταινίας, που έχει μείνει κλασική. Πέρασαν 7 χρόνια σιωπής και το 1987 ο Κιούμπρικ παρουσίασε την ταινία “Full Metal Jacket”, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Γκουστάβ Χάσφορντ με θέμα τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Η τελευταία του ταινία ήταν τα “Μάτια Ερμητικά Κλειστά’ (Eyes Wide Shut), στην οποία πρωταγωνιστούσε το τότε ζεύγος Τομ Κρουζ και Νικόλ Κίντμαν. Τα γυρίσματα διήρκεσαν σχεδόν δύο χρόνια, κάτω από υπερβολική ασφάλεια και μυστικότητα. Λίγο προτού βγει η ταινία Eyes Wide Shut στις αίθουσες, ο Κιούμπρικ πέθανε στον ύπνο του από καρδιακή ανακοπή, στις 7 Μαρτίου 1999.

Η ζωή και το έργο του παρουσιάζονται συνοπτικά στο «Stanley Kubrick: American Filmmaker», ένα βιβλίο από τη σειρά «Jewish Lives» με σύντομες βιογραφίες, που κυκλοφόρησε το 2020. Συγγραφέας είναι ο Ντέιβιντ Μίκικς, καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον και αρθρογράφος στο περιοδικό Tablet, ο οποίος έγραψε το βιβλίο με βάση το αρχείο του Κιούμπρικ, συνεντεύξεις με φίλους και μέλη της οικογένειας του σκηνοθέτη, αλλά και προηγούμενες μελέτες για τη δουλειά του, ρίχνοντας το μεγαλύτερο βάρος στις ταινίες του. Δεν είναι μια πλήρης βιογραφία –έχουν κυκλοφορήσει αρκετές για τον Κιούμπρικ– αλλά μια ζωντανή μελέτη των ταινιών του, με αρκετά στοιχεία από τη ζωή του.

Δεν κέρδισε ποτέ Χρυσή Σφαίρα και μόλις μία φορά απέσπασε ένα βραβείο Bafta ως καλύτερος σκηνοθέτης, το 1976 για το “Barry Lyndon”. Δυστυχώς η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αναγνώρισε την αξία και το έργο του Κιούμπρικ μετά θάνατον και μόλις το 2000 τον τίμησε μ’ ένα Όσκαρ για την συνολική του προσφορά στον χώρο της 7ης Τέχνης. Η επιρροή του στις μελλοντικές γενιές τόσο των θεατών όσο και συναδέλφων του, υπήρξε καταλυτική. 

Το 1997, τρεις από τις ταινίες του Κιούμπρικ επιλέχθηκαν από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στον κατάλογο των 100 καλύτερων ταινιών στην Αμερική. Πρόκειται για τα φιλμ: “2001: A Space Odyssey” (στο νούμερο 22), “Dr Strangelove” (στο νούμερο 26) και “A Clockwork Orange” (στο νούμερο 46).

Photo: Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ με τον Μάθιου Μοντίν στα γυρίσματα του “Full Metal Jacket” το 1987 (Warner Βros).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *