Κάθομαι σε ένα παγκάκι στην παραλία και απολαμβάνω το δειλινό διαβάζοντας.
Με το που γέρνει ο ήλιος και τα κοκκινισμένα σύννεφα αρχίζουν να σκουραίνουν, δεν βλέπω πια καλά να διαβάσω και ακουμπάω το βιβλίο στο παγκάκι, δένω τα χέρια πίσω στο σβέρκο, τεντώνω τα πόδια μπροστά και θυμάμαι ένα ποίημα της νιότης μου.
Κοκκινισμένα θα ‘ν’ τα σύννεφα,
Όταν βραδιάζει.
Με τον ανάριο φόβο τους
θα παν να μαζωχτούν,
αφήνοντας αχό και σφύριγμα.
Οι άνθρωποι με τη σκιά
θ’ ανταμωθούν σ’ αυτό το
κάλεσμα.
Τι μήνυμα φριχτό
ν’ ακούει αχόν ο άνθρωπος!
Τι πρόκληση το σφύριγμα,
για όσους έγιναν σκιές.
Δεν καταλαβαίνω πως μου ‘ρθε στο νου τέτοια ώρα και τέτοια μέρα απλά βλέποντας τα σύννεφα κοκκινισμένα, αλλά έχω τόσο πολύ χαλαρώσει, που κρατάω τις λέξεις, χωρίς το… μήνυμα.
Ξαφνικά διαπιστώνω, πως δεν είμαι μόνος στο παγκάκι.
Δίπλα μου κάθεται ένας γέρος με μακριά άσπρα γένια και μου φαίνεται ότι με κοιτάει περίεργα.
«Γνωριζόμαστε;», τον ρωτάω, με την ελπίδα να σταματήσει να με κοιτάει έτσι.
«Εγώ, ναι, σε ξέρω και πολύ καλά. Όσο για σένα, μπορεί να μη με αναγνωρίζεις έτσι όπως με βλέπεις, αλλά με υποδέχτηκες πέρσι, με φιλιά (όχι σε μένα, αλλά μεταξύ σας) και τραγούδια.
Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά…».
Αυτό μου το είπε τραγουδιστά, με ένα σαρκαστικό ύφος και κουνώντας το κεφάλι του περιπαικτικά, «Κι απόψε, πάω στοίχημα, τα ίδια θα κάνεις».
Πρόσεξε ότι τον κοίταγα αποσβολωμένος και συνέχισε.
«Όχι, πες μου, αυτό το “ας γιορτάσουμε, παιδιά” πού κολλάει; Ακούγεται σαν να χαίρεστε που με ξεφορτωθήκατε, ενώ στην πραγματικότητα με φορτωθήκατε για πάντα.
Μπορεί να φεύγω απ’ τα ημερολόγια, αλλά κάθομαι στους ώμους σας, μπαίνω στις αποθήκες της μνήμης σας, ασχολούμαι με την εμφάνισή σας καθώς ζωγραφίζω τις χαριτωμένες μικρές ζάρες, βάφω άσπρα τα μαλλιά σας και γενικά είμαι μαζί σας, όπως κι όλοι οι προηγούμενοι, που νόμισες ότι αποχαιρέτησες. Όλοι μέσα είμαστε».
«Συγνώμη», μπόρεσα και ψέλλισα, «αλλά έτσι μάθαμε από παιδιά».
«Και φαίνεται πως μείνατε παιδιά! Γιατί, αλλιώς πώς να εξηγήσω αυτές όλες τις υποσχέσεις που έδωσες στον εαυτό σου, μόλις ήρθα;» Είπε, επιτιμητικά, δείχνοντας την τσάντα που κουβάλαγε.
«Άλλο πάλι κι αυτό. Όπως οι δίαιτες αποφασίζονται Τρίτη για να αρχίσουν την άλλη Δευτέρα, έτσι και οι αποφάσεις για βελτιώσεις της ζωής και του χαρακτήρα, αποφασίζονται την 1η Ιανουαρίου και ξαναποφασίζονται την επόμενη 1η Ιανουαρίου.
Δεν χρειάζεται να σου θυμίσω πόσα λίγα τήρησες και για πόσο λίγο…».
Κι εκεί που μίλαγε, άρχισε να με σκουντάει στον ώμο, κοιτάζοντάς με στα μάτια. Στην αρχή απαλά και στη συνέχεια δυνατά.
«Κύριε, κύριε», άκουγα, χωρίς να βλέπω από πού προέρχεται η φωνή. «Ξυπνήστε, θα κρυώσετε».
Ήταν ένα χαριτωμένο, νεαρό κοριτσάκι.
«Σε ευχαριστώ, κουκλίτσα μου», είπα.
«Καλή χρονιά», μου απάντησε και έφυγε χοροπηδώντας και τραγουδώντας:
Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά…
Πέτρος Βενέτης


