Οι «χαμένες» αγκαλιές και η ψυχική μας υγεία

Ο κορωνοϊός έχει επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη ζωή όλων μας, αλλαγές που ζούμε καθημερινά σε πολλά επίπεδα.

Όλοι, λίγο ή πολύ, έχουμε επηρεαστεί και η ψυχική μας υγεία πλήττεται ιδιαιτέρως. Σύμφωνα με έρευνα (1), σχεδόν 1 στους 5 ασθενείς με Covid-19 θα εμφανίσουν κάποια ψυχική διαταραχή (με συχνότερες τις αγχώδεις διαταραχές, την κατάθλιψη και τις διαταραχές στον ύπνο) μέσα στις επόμενες 90 ημέρες από τη διάγνωση της λοίμωξής τους και άνθρωποι με προϋπάρχον ψυχιατρικό νόσημα έχουν 65% μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνωστούν με Covid-19. Αλλά και άνθρωποι που δεν είχαν εμφανίσει κάποια ψυχική διαταραχή προ κορωνοϊού μπορεί να δουν μια πτωτική τάση της διάθεσής τους και τα επίπεδα του άγχους τους να αυξάνονται κατακόρυφα.

 Οι κοινωνικές επαφές, που κανονικά αποτελούν ρυθμιστή του στρες, σε καιρούς πανδημίας αποτελούν και την ίδια την απειλή. Σε άρθρο του ο Guardian (2) διερωτάται πώς ένας χρόνος χωρίς αγκαλιές επηρεάζει την ψυχική μας υγεία και θέτει το ερώτημα αν θα υπάρξει ποτέ ανάκαμψη και επιστροφή σε μια κανονικότητα.

Οι άνθρωποι είναι «σχεδιασμένοι» να αγγίζουν και να αγγίζονται, έτσι όσοι ζουν μόνοι υποφέρουν καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας και η έλλειψη μιας αγκαλιάς μπορεί να γίνει πραγματικά βασανιστική. Είναι σαν να κρατούν μέσα τους όλα τα συναισθήματα και δεν έχουν πού να τα εξωτερικεύσουν.

 Η ανάγκη μας για άγγιγμα, για επαφή και για αγκαλιά υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα της συνείδησης. Πριν ακόμα και από τη γέννησή μας, όταν το αμνυακό υγρό στη μήτρα στροβιλίζεται γύρω μας και το εμβρυϊκό νευρικό σύστημα μπορεί να διακρίνει το σώμα μας από αυτό της μητέρα μας, ολόκληρη η έννοια της ύπαρξής μας έχει τις ρίζες της στην επαφή. «Είμαστε απόλυτα βασισμένοι στον φροντιστή μας ώστε να ικανοποιήσουμε τις βασικές ανάγκες του σώματός μας. Λίγα μπορούν να γίνουν χωρίς άγγιγμα» αναφέρει η δρ Κατερίνα Φωτοπούλου, καθηγήτρια Ψυχοδυναμικής Νευροεπιστήμης στο University College London.

Το άγγιγμα έχει τεράστια επίδραση στην ψυχολογική και σωματική μας ευεξία, αναφέρει ο καθηγητής Robin Dunbar, εξελικτικός ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Με τους στενούς φίλους και τα μέλη της οικογένειάς μας αγγιζόμαστε περισσότερο απ’ ό,τι συνειδητοποιούμε. Ως ενήλικες έχουμε κατά μέσο όρο πέντε φίλους τους οποίους καλούμε στα δύσκολα και μπορούμε να “κλάψουμε στον ώμο τους”. Βλέπουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα στα πρωτεύοντα» αναφέρει.

Αυτοί οι κοινωνικοί συνασπισμοί δρουν ως ρυθμιστικό του στρες. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το ότι από τα 40.000 άτομα από 112 χώρες που συμμετείχαν σε μια έρευνα του BBC και Wellcome Collection το 2020, οι τρεις πιο κοινές λέξεις για να περιγράψουν την αγκαλιά ήταν «παρηγορητική», «ζεστή» και «αγάπη».

Όσο η πανδημία συνεχίζεται, πολλοί από εμάς θα προσπαθήσουν να αντεπεξέλθουν στο έντονο άγχος χωρίς την παρηγοριά του αγγίγματος. Όλοι έχουμε διαφορετικές ανάγκες και όρια, αλλά η ολική έλλειψη αγγίγματος, ιδιαίτερα όταν τα συναισθήματα είναι έντονα, έρχεται σε αντίθεση με τη φύση μας και τον τρόπο που ρυθμιζόμαστε, από τα προγλωσσικά μας χρόνια.

Το άγγιγμα αποτελεί έναν ρυθμιστή που μπορεί να μετριάσει τις συνέπειες του στρες και του πόνου, φυσικού και συναισθηματικού. Έχει διαπιστωθεί ερευνητικά ότι η έλλειψη αγγίγματος σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα άγχους.

«Σε καιρούς έντονου στρες, που μοιάζει σαν το σώμα μας να μην μπορεί να συγκρατήσει το συνάισθημά μας, αν δεν υπάρχει κανείς εκεί για να μας αγκαλιάσει, το να απολαμβάνουμε περισσότερο άγγιγμα από τους άλλους μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε καλύτερα την κατάσταση, κυρίως με το να ηρεμεί η επίδραση της κορτιζόλης, της ορμόνης του στρες».

«Πολλές μελέτες υποστηρίζουν τη θεωρία ότι η αφή/το άγγιγμα δίνει στον εγκέφαλο ένα σήμα ότι μπορεί να αντεπεξέλθει γιατί κάποιος άλλος είναι εκεί για να “σηκώσει” το βάρος, κι αυτό μας χαλαρώνει με κάποιο τρόπο. Αλλά η αφή δεν είναι μόνο μια αίσθηση. Το σώμα μας είναι γεμάτο με νευρικές ίνες που αναγνωρίζουν τη θερμοκρασία, την υφή, τον κνησμό κ.λπ. Αυτοί οι νευρώνες στο δέρμα όλων των θηλαστικών, μεταδίδουν αργά ηλεκτρικά σήματα στα συναισθηματικά μέρη επεξεργασίας του εγκεφάλου. Παίζουν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη του κοινωνικού εγκεφάλου και της ικανότητάς μας να αντέχουμε το άγχος».

Η υψηλότερη πυκνότητα αυτών των νευρώνων βρίσκεται στα μέρη του σώματός μας που δεν μπορούμε να αγγίξουμε οι ίδιοι, όπως οι ώμοι και η πλάτη μας. Η διέγερση αυτών των νευρώνων απελευθερώνει οξυτοκίνη και ντοπαμίνη και έχει άμεσο αντίκτυπο στα επίπεδα κορτιζόλης τα οποία ρυθμίζουν τη διάθεσή μας.

Σε αυτούς τους καιρούς στέρησης της επαφής μέσω του αγγίγματος δεν υπάρχει πραγματικό υποκατάστατο γι’ αυτό που παίρνουμε από άλλους ανθρώπους, υπάρχουν ωστόσο τρόποι να το διαχειριστούμε. Οι ερευνητές σύντομα θα δημοσιεύσουν μια μελέτη που διεξήχθη κατά τη διάρκεια της πανδημίας και βασίζεται στη θεωρία ότι με τον ίδιο τρόπο που πιστεύουμε ότι μπορούμε να νιώσουμε τον πόνο των άλλων, μπορεί να είμαστε σε θέση εναλλακτικά να βιώσουμε και την επαφή.

Το να βλέπουμε για παράδειγμα μια αγκαλιά στην τηλεόραση ή τις ταινίες μπορεί να μας δώσει μερικά από τα οφέλη της αίσθησης της αφής σαν να αγκαλιαζόμασταν στην πραγματικότητα εμείς οι ίδιοι. Αυτό μπορεί να μην αποτελεί ένα πλήρες υποκατάστατο, αλλά μερικό. Ακόμα και μια ζεστή και μαλακή κουβέρτα στους ώμους μας μπορεί να βοηθήσει και να μας ηρεμήσει. Η αλληλεπίδρασή μας με τα ζώα είναι επίσης βοηθητική, καθώς όταν χαϊδεύετε το σκυλάκι σας, ενεργοποιούνται συστήματα που θα ενεργοποιούνταν αν κάποιος χάϊδευε εσάς.

Ο διαλογισμός είναι ακόμα μία πολύ βοηθητική πρακτική προς αυτήν την κατεύθυνση.

Τελικά, η εξέλιξη είναι στο πλευρό μας. Οι επιστήμονες δηλώνουν πως μόλις μπορέσουμε να ξανασυναντηθούμε, θα προσαρμοστούμε γρήγορα. «Πιθανώς θα διαφέρει ο χρόνος επαναπροσαρμογής των ανθρώπων, με βάση ίσως και τη διάρκεια που έμειναν μόνοι, και μπορεί να υπάρχει μια περίοδος αδεξιότητας και επαναδιαπραγμάτευσης» λέει ο Dunbar, «αλλά έχουμε εξελιχθεί για να προσαρμοστούμε».

Μέχρι τότε, ας κάνουμε υπομονή με νοερές αγκαλιές και θα έρθει ο καιρός να δώσουμε και να λάβουμε αναδρομικά όλες τις «χαμένες» αγκαλιές.

  1. Bidirectional associations between COVID-19 and psychiatric disorder: retrospective cohort studies of 62 354 COVID-19 cases in the USA. Maxime Taquet, Sierra Luciano, John R Geddes, Paul J Harrison. Lancet Psychiatry 2021; 8: 130–40.
  2. Lost touch: how a year without hugs affects our mental health. Eleanor Morgan, 24/1/21. The Guardian.

Θεοδώρα Αναστασίου
Ψυχολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *