fbpx

Φάροι. Οι ερημίτες της θάλασσας

της Μαρίας Βόλλη

Οι φάροι συμβολίζουν την ελπίδα, την κατεύθυνση, την πυξίδα, τη φωτεινή αλήθεια, την αποφυγή του κινδύνου, τη σιγουριά ότι θα φτάσουμε στον προορισμό μας με ασφάλεια…

Όλοι μας, αντιμετωπίζοντας τα κύματα των καθημερινών υποχρεώσεων, αναζητούμε έναν φάρο για να μας δείξει τον δρόμο, ώστε να αποφύγουμε τις ξέρες και τους υφάλους. Ο φάρος είναι το φως της εσωτερικής μας κατεύθυνσης, που μας κρατά στο “κέντρο” μας. 

Για τους ναυτικούς οι φάροι είναι πιο αξιόπιστο σημείο αναφοράς και από πυξίδα. Μοναχικοί, επιβλητικοί, άλλοτε αγέρωχοι και άλλοτε διαβρωμένοι από την αλμύρα, αντιστέκονται στη δύναμη της θάλασσας, τα κύματα και τον αέρα, φωτίζοντας απόκρημνους κάβους, θαλασσοδαρμένα ερημονήσια και απάνεμα λιμάνια στην πάροδο των χρόνων.

Ταξιδεύοντας το καλοκαίρι στις ελληνικές θάλασσες θα μας δοθεί συχνά η ευκαιρία να δούμε φάρους. Άλλωστε, έχουμε ένα από τα μεγαλύτερα και καλύτερα οργανωμένα δίκτυα παγκοσμίως. Η Ελλάδα αποτελεί σταυροδρόμι, από όπου διέρχεται μεγάλος αριθμός πλοίων, ενώ έχουμε ένα μεγάλο αριθμό νησιών, βραχονησίδων, λιμανιών, κόλπων, όρμων και αγκυροβολίων.

Κάποιοι φάροι είναι πλέον εγκαταλελειμμένοι, αφού τα GPS και η τεχνολογία τους έχουν αντικαταστήσει. Όμως, όσο κι αν η τεχνολογία εφοδιάζει με εξελιγμένα βοηθήματα τους ναυτιλλομένους, οι φάροι -ειδικά τη νύχτα- θα παραμένουν ένα κύριο μέσο εντοπισμού θέσης.

Γίνονται κάποιες προσπάθειες, ώστε κάποιοι παραδοσιακοί πέτρινοι φάροι να προστατευθούν σαν διατηρητέα μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όμως τα κονδύλια για τη συντήρηση των ιστορικών κτιρίων μειώνονται συνεχώς.

Οι πέτρινοι φάροι και οι φανοί αποτελούν παραδοσιακά μνημεία με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική κατασκευή και εξακολουθούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη και ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, είναι συνδεδεμένοι με τη ναυτική παράδοση της Ελλάδας και αποτελούν σημείο αναφοράς για τους ναυτιλλομένους. Το φαρικό δίκτυο της χώρας μας θεωρείται από τα μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα στον κόσμο.

Οι φάροι έχουν γίνει βιβλία, τραγούδια, μύθοι, ντοκιμαντέρ, τηλεκάρτες, γραμματόσημα, καρτ-ποστάλ, φωτογραφικά λευκώματα, μουσεία, πολυχώροι ανάγνωσης και πολιτισμού, ξενοδοχεία, μπαρ…

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Φάρων, που γιορτάζεται κάθε χρόνο την τρίτη Κυριακή του Αυγούστου με σκοπό την ενημέρωση των πολιτών για τη σημασία των φάρων και των υπόλοιπων ναυτικών βοηθημάτων στη ναυσιπλοΐα, αλλά και την προβολή του έργου που επιτελούν οι φαροφύλακες, συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες, ας δούμε τους φάρους που θα συναντήσουμε στις διακοπές μας με άλλο μάτι.

Η πρώτη αναφορά στους φάρους, τους ακίνητους συντρόφους και παρατηρητές των ανήσυχων θαλασσοπόρων και ταξιδιωτών απαντάται στα Ομηρικά έπη. Στην Ιλιάδα αναφέρονται προσπάθειες επικοινωνίας των πλοίων με την ξηρά τη νύχτα με χρήση φωτεινών σημάτων, ενώ στην  Οδύσσεια υπάρχουν πολλές ναυτιλιακές οδηγίες για τη Μεσόγειο, που πιθανότατα είχαν αντληθεί από παρατηρήσεις Φοινίκων θαλασσοπόρων.

“ως δ’ ότ’ αν ποντοίο σέλας ναύτοισι φανείη 
καιομένου πυρός τόδε καίεται υψόθ’ ορέφσιν”
(Ιλιάδα Τ 375)

Οι πρώτες αναφορές κατασκευής και λειτουργίας πυρσών στην ελληνική αρχαιότητα μας πληροφορούν ότι σε κορυφές πύργων και τοπικών λόφων άναβαν εύφλεκτες ύλες για να διευκολύνουν τη ναυσιπλοΐα, δηλαδή δημιουργούσαν «πρωτογενείς» φάρους.

Ο Αισχύλος στο έργο του “Αγαμέμνων” περιγράφει την είδηση της πτώσης της Τροίας, η οποία μεταδόθηκε ως τις Μυκήνες με τις φρυκτωρίες, οι οποίες έμοιαζαν με τους σημερινούς φάρους και παράλληλα έστελναν με ειδικά σήματα κάποια μηνύματα. Ενδιάμεσοι σταθμοί μεταδόσεως υπήρχαν στην Ίδη της Μυσίας, στο Ακρωτήρι της Λήμνου (σημερινή Πλάκα), στον Άθω, στο βουνό Μάκιστο και στις πλαγιές του Αραχναίου.

Οι φρυκτωρίες ήταν μια μέθοδος επικοινωνίας με πυρσούς. Όταν οι αρχαίοι πρόγονοί μας ήθελαν να μεταδώσουν κάποιο σημαντικό μήνυμα σε μεγάλη απόσταση, άναβαν φωτιές σε ψηλά σημεία, ώστε τη νύχτα να φαίνεται η φωτιά και τη μέρα ο καπνός. Όπως γράφει ο Θουκυδίδης, όταν σ’ ένα στρατόπεδο έρχονταν φιλικά στρατεύματα, υψώνονταν αναμμένοι πυρσοί (φίλιοι φρύκτοι), ενώ όταν πλησίαζαν εχθροί, οι πυρσοί ανέμιζαν αριστερά – δεξιά (πολέμιοι φρύκτοι).

Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνεννόησης με οπτικό σήμα φωτιάς συναντάμε όταν η Μήδεια ύψωσε αναμμένο πυρσό για να ενημερώσει τους Αργοναύτες να πάνε στην Κολχίδα ή όταν ειδοποιήθηκε ο Αγαμέμνονας με πυρσό για την είσοδο του Δούρειου Ίππου στην Τροία από τον Σίνωνα με πυρσό που σήκωσε ο ίδιος προς τον ελληνικό στόλο στην Τένεδο, δίνοντάς του το σήμα της επιστροφής και κατάληψης της ανοχύρωτης πολιτείας.

Η ονομασία των φάρων συνδέεται με τον πύργο που έκτισε στο Αιγυπτιακό νησί Φάρος, στα ανατολικά της εισόδου του λιμανιού της Αλεξάνδρειας, ο μεγάλος αρχιτέκτονας των ελληνιστικών χρόνων Σώστρατος ο Κνίδιος. Ο πύργος κτίστηκε στις αρχές του 3ου π.Χ. αι. Από το όνομα αυτού του νησιού πήραν την ονομασία τους όλοι οι πυρσοφόροι πύργοι μεγάλης ακτινοβολίας, οι οποίοι χρησίμευαν για την επισήμανση της πορείας των πλοίων εκτοπίζοντας κάθε άλλη γνωστή μέχρι τότε ονομασία.

Η ανέγερση του φάρου της Αλεξάνδρειας ξεκίνησε υπό τη βασιλεία του Πτολεμαίου Α΄ του Σωτήρα και ολοκληρώθηκε από τον διάδοχό του Πτολεμαίο Β΄ τον Φιλάδελφο. Το ύψος του πύργου ήταν 156,9 μέτρα και αποτελούσε το υψηλότερο κτίσμα της αρχαιότητας, ενώ η φωτοβολία του ήταν 30 ναυτικά μίλια. Κατά τη διάρκεια της ημέρας αναδυόταν πυκνός καπνός από την κορυφή του πύργου, που βοηθούσε τα πλοία να χαράξουν πορεία προς το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Δυστυχώς, μετά από τους τρεις σεισμούς το 796 π.Χ., το 1303 μ.Χ. και το 1323 μ.Χ, καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα ερείπια του φάρου ανεγέρθηκε στη θέση του το φρούριο Tabiyat Qayt-bay ή Bourdj-az-Zafar.

Η ίδρυση και η λειτουργία των φάρων από αρχαιοτάτων χρόνων, συνδέεται με τη γεωγραφική θέση κάθε χώρας και την ανάγκη του ανθρώπου να ταξιδέψει πέρα από τα γνωστά όρια και να ανακαλύψει την άκρη του κόσμου.

Στη χώρα μας, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, φάροι υπήρξαν πολύ πριν από το 1650 στα σημαντικότερα λιμάνια της εποχής, όπως στη Χίο (1420), στη Μυτιλήνη (1782), στη Ρόδο (1490) και στη Μεθώνη. Την εποχή της τουρκοκρατίας δεν υπήρξαν πυρσοί στις ελληνικές ακτές εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων και του φόβου της πειρατείας στα νησιά και στις παράκτιες περιοχές, που αποτέλεσαν ισχυρούς αποτρεπτικούς παράγοντες στην κατασκευή και στη λειτουργία φάρων.

Οι ανάγκες του θαλάσσιου εμπορίου και της ναυσιπλοΐας επέβαλαν από τα τέλη του 18ου αιώνα, την ανάπτυξη ενός οργανωμένου δικτύου φάρων, που θα προστάτευαν όσους έπλεαν στα στενά περάσματα, σε περιοχές με επικίνδυνες ξέρες και υφάλους και θα τους καθοδηγούσαν στα λιμάνια.

Σημαντικός φάρος στην αρχαιότητα, εκτός από τον Φάρο της Αλεξάνδρειας, ήταν και ο Κολοσσός της Ρόδου, ενώ σήμερα σημαντικός θεωρείται το Άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη στις ΗΠΑ, έστω κι αν ουσιαστικά δεν φωτοδοτεί.

Στην Ελλάδα σε κάποιες πόλεις οι υφιστάμενοι φάροι αποτελούν τα σύμβολά τους όπως ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης, ο Φάρος της Κρανάης στο Γύθειο, ο Φάρος της Πάτρας, ο Φάρος στις Στροφάδες Ζακύνθου, ο Φάρος στη Σαπιέντζα απέναντι από τη Μεθώνη, ο Φάρος Τουρλίτης στην Άνδρο, κ.ά. Ο Φάρος Τουρλίτης κατασκευάστηκε το 1887 και βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ενετικό κάστρο στην πρωτεύουσα της Άνδρου, στη Χώρα. Είναι ο μοναδικός φάρος χτισμένος πάνω σε βράχο μέσα στη θάλασσα. Το 1943 καταστράφηκε από τους Γερμανούς και το 1950, στα πλαίσια ανασυγκρότησης του φαρικού δικτύου, λειτούργησε ως αυτόματος ασετιλίνης αλλά σε σιδηρόπλεκτο οβελό επάνω στα ερείπια του παλαιού. Το 1994, με δωρεά της οικογένειας Γουλανδρή, ο πύργος ανακατασκευάστηκε στην αρχική του μορφή και από τότε λειτουργεί και πάλι ως αυτόματος ασετιλίνης.

Μέχρι τον 18ο αιώνα στη λειτουργία των φάρων χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή της φλόγας ως καύσιμη ύλη τα ξύλα, τα κάρβουνα και διάφορες ρητίνες. Από τον 18ο αι. και μετά καθιερώθηκε το λάδι και κυρίως το πετρέλαιο. Το 1819 ο Fresmel επινόησε και παρουσίασε το πρώτο καταδιοπτρικό μηχάνημα φάρου, ενώ το 1925 ο μηχανουργός Henry Lepaute πέτυχε τη ρύθμιση της ταχύτητας περιστροφής του φωτιστικού μηχανήματος. Οι απαιτήσεις όμως της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για ανεγέρσεις φάρων σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως οι ύφαλοι, οι σκόπελοι, οι βραχονησίδες, κ.ά. και η ανάγκη επάνδρωσης των φάρων αυτών, οδήγησε την έρευνα στην κατασκευή φωτιστικών μηχανημάτων, που δεν απαιτούσαν την καθημερινή ανθρώπινη παρουσία. Το 1911 η Σουηδική εταιρεία AGA παρουσίασε μία τέτοια συσκευή, που λειτουργούσε με αέριο ασετιλίνης. Η συσκευή αυτή άναβε αυτόματα τη νύχτα και τις μέρες με πυκνή συννεφιά και έσβηνε πάλι αυτόματα, όταν υπήρχε επαρκής ορατότητα.

Την περίοδο 1913-16 εγκαταστάθηκαν 25 τέτοιοι αυτόματοι φάροι σε ισάριθμες περιοχές της χώρας μας. Από το 1946 έχουμε τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος στη λειτουργία των φάρων, εκεί όπου τα κτίσματα αυτά ήταν προσιτά και η ηλεκτροδότησή τους ήταν εύκολη. Τα τελευταία χρόνια σταδιακά εγκαταλείπεται και η ηλεκτρική ενέργεια και αντικαθίσταται με φωτοβολταϊκά στοιχεία.

Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του πρώτου Ελληνικού σύγχρονου φάρου δεν είναι γνωστή. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο πρώτος φάρος κτίστηκε στην Αίγινα το 1827, όταν ο Καποδίστριας την όρισε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Μοναδική γραπτή μαρτυρία για τη λειτουργία του είναι η πίστωση χρημάτων για την ανέγερσή του. Μέχρι το 1831, που άναψαν άλλοι δύο φανοί στις Σπέτσες και στην Κέα, ήταν ο μόνος φανός στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Το 1834 κατασκευάστηκε ο φάρος στο Γαϊδουρονήσι της Σύρου, που ήταν ο ψηλότερος του ελληνικού δικτύου με ύψος 29 μ. περίπου, ενώ ακολούθησε η κατασκευή πολλών άλλων.

Η πρώτη προσπάθεια για την οργάνωση του φαρικού δικτύου έγινε από το βασιλιά Όθωνα. Το 1887 επί Χαριλάου Τρικούπη ψηφίστηκε ο νόμος «περί συστάσεως ταμείου φάρων», που έδωσε νέα ώθηση στην ανάπτυξή τους.

Το 1911 τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Φάρων ο τότε Υποπλοίαρχος Στυλιανός Λυκούδης, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην υπηρεσία των ελληνικών φάρων και την επέκταση του δικτύου τους. Το 1912 εξέδωσε τον πρώτο του φαροδείκτη, που επανακυκλοφόρησε εμπλουτισμένος το 1914 περιλαμβάνοντας 208 φάρους και φανούς.

Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι φάροι υπέστησαν σημαντικές φθορές, αφού αποτελούσαν εμφανή στόχο στις αεροπορικές και ναυτικές επιδρομές. Μετά την απελευθέρωση, από τους 400 φάρους και φανούς που υπήρχαν σε λειτουργία στις Ελληνικές θάλασσες βρέθηκαν να λειτουργούν μόνον 28. Το 1945 άρχισε μία συστηματική προσπάθεια για την αποκατάσταση των ζημιών και το 1946 λειτουργούσαν ήδη 374 φάροι, φανοί και φωτοσημαντήρες.

Το 2015 υπήρχαν στη χώρα μας 1.552 φάροι, φανοί και φωτοσημαντήρες, που λειτουργούσαν με ηλεκτρική ενέργεια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *