fbpx

Αποδοχή, απόρριψη, μη επιβεβαίωση

Οι άνθρωποι είμαστε ο καθρέφτης ο ενός του άλλου. Το πώς συσχετιζόμαστε με τον συνάνθρωπο,

είτε είναι ένα σημαίνον πρόσωπο είτε κάποια περαστική παρουσία, επηρεάζει το πώς συσχετιζόμαστε οι ίδιοι με τον εαυτό μας.

Τα πάντα είναι επικοινωνία. Ένα βλέμμα, ένας μορφασμός, η καλημέρα που δεν εκφράζεται, η στάση του σώματος, ακόμα και η σιωπή πάλλεται και μεταφέρει ένα μήνυμα πέρα από την επιθυμία ή τον έλεγχό μας. Στο βιβλίο «Ανθρώπινη επικοινωνία και οι επιδράσεις της στην συμπεριφορά», οι συγγραφείς Watzlawick, Bavelas και Jackson, κάνουν λόγο για το ανέφικτο της μη επικοινωνίας.

Μέσα στο νοηματικό πλαίσιο αυτού του ανέφικτου, όπου το ανθρώπινο σύστημα βρίσκεται σε μια διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών με το περιβάλλον του, εντοπίζονται 3 τρόποι συνάντησης με τους ανθρώπους τριγύρω μας. Απόρριψη, αποδοχή και ακύρωση της επικοινωνίας. Μπορούμε να δούμε πώς εφαρμόζονται αυτές οι στάσεις, παίρνοντας ένα πρακτικό παράδειγμα από την καθημερινή ζωή, όπως ένα ταξίδι με τρένο.

Από τους δύο συνεπιβάτες ο ένας ενδέχεται να επιδιώκει επικοινωνία και επαφή για να περάσει τον χρόνο του. Ο δεύτερος μπορεί ν’ απορρίψει αυτήν την προσέγγιση, παραδείγματος χάριν με το να βάλει ακουστικά ή να κλείσει τα μάτια και να κοιμηθεί. Εναλλακτικά, μπορεί ν’ αποδεχτεί την προσέγγιση και να ξεκινήσει μια κουβέντα.

Ή μπορεί να επιλέξει ν’ ακυρώσει την επικοινωνία, μην αναγνωρίζοντας την ύπαρξη του διπλανού του ή επιλέγοντας μια προσέγγιση αναίρεσης της επικοινωνίας και των δύο μερών μέσω αυτοαντιφάσεων, ανακολουθιών, αλλαγών θέματος, παρεκβάσεων. Και ενώ μια τέτοια συνθήκη μπορεί να μην έχει ιδιαίτερο κόστος, οι προκλήσεις είναι πιο σημαντικές, όταν πρόκειται για την επικοινωνία μεταξύ ενός ζευγαριού ή εντός μιας οικογένειας.

Οι άνθρωποι όταν επικοινωνούν ή αποπειρώνται τουλάχιστον να επικοινωνήσουν, φέρουν στοιχεία του εαυτού τους, τα οποία μπορεί να κυμαίνονται από πολύ περιφερειακά και ελάσσονος σημασίας έως βαθιά και δομικά στοιχεία της ζωής τους. Συνεπώς, οι προαναφερθείσες στάσεις μπορεί ν’ αφορούν κατά περίπτωση και σ’ έναν βαθμό και τον τρόπο που αλληλεπιδρά κάποιος με κάποιον άλλον ως σύνολο και όχι μόνο σε αυτό που εκφράζει ή δεν εκφράζει.

Η στάση της αποδοχής ή επιβεβαίωσης του άλλου, ως επικοινωνούντα ατόμου, σημαίνει ότι ακούω ενεργητικά και συμμετοχικά αυτό που φέρνει ο άλλος στην αλληλεπίδραση και αποδέχομαι την εγκυρότητά του.

Μπορεί να συμπεριλαμβάνει συμφωνία, εμπλουτισμό των πληροφοριών με προσωπικά, αντίστοιχα βιώματα ή ιδέες, την ενίσχυση, την συναινετική διερεύνηση και εμβάθυνση. Για την αξία της αποδοχής στις ανθρώπινες σχέσεις και το θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει στην υγιή ανάπτυξη των ανθρώπων έχει μιλήσει εκτενώς ο Rogers, και αποτελεί έναν από τους 3 πυλώνες της ανθρωπιστικής σχολής.

Η στάση της απόρριψης είναι πιο σύνθετη, ενώ θα πρέπει να διακρίνεται από τη στάση της μη επιβεβαίωσης/ακύρωσης. Όπως και στην περίπτωση της αποδοχής/επιβεβαίωσης, έτσι και αυτή η στάση ενέχει ενεργητική και συμμετοχική ακρόαση, ωστόσο οδηγεί σε διαφορετική κατάληξη.

Όταν συναντώνται υποκειμενικότητες, η μη ταύτιση δεν συνεπάγεται την ακύρωση της εμπειρίας του άλλου ατόμου, απλά τη διαφοροποίησή τους και την ενδεχόμενη διαφωνία. Όταν η διαδικασία αυτή γίνεται σ’ ένα πλαίσιο σεβασμού, σύμφωνη με τις αρχές του διαλόγου, δεν είναι επιβαρυντική για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Αντίθετα, όταν δεν υπάρχει εμμονική οχύρωση στις θέσεις των εμπλεκόμενων προσώπων, η διαφωνία μπορεί να οδηγήσει σε νέες ιδέες και ν’ ανοίξει τον δρόμο για συνδιαμόρφωση και αμοιβαία εξέλιξη. Οι νέες πληροφορίες άλλωστε φέρνουν διαφορές και οι διαφορές στο σύστημα οδηγούν σ’ εξέλιξη.

Σημαντικό είναι να αφαιρεθεί από την έννοια της διαφωνίας το περιττό ταμπού, ώστε να αναδειχθούν οι χρήσιμες πτυχές της και να δούμε πέρα από τα δεσμά της αντικειμενικότητας. Η επιμονή σε μια ιδέα αντικειμενικότητας καλλιεργεί την αίσθηση ότι αν κάποιος διαφωνεί μαζί μας δεν μας έχει καταλάβει, γιατί αν καταλάβαινε θα έπρεπε να συμφωνήσει. Σε ένα φαινομενολογικό πλαίσιο, μπορεί να διαφωνεί, ενώ μας καταλαβαίνει.

Έχοντας διευκρινίσει λοιπόν τη φύση της στάσης της απόρριψης, αφαιρώντας τις διάφορες επενδύσεις και παρερμηνείες, διακρίνεται η διαφορά της στάσης της μη επιβεβαίωσης/ακύρωσης. Η στάση αυτή πρωταρχικά δεν ενέχει ενεργητική και συμμετοχική ακρόαση.

Σε ένα πιο θεμελιακό επίπεδο, δεν αναγνωρίζει καν το έτερο πρόσωπο ως πρόσωπο, ως άνθρωπο ισότιμο, ώριμο, αυτόνομο. Οι εκφάνσεις κυμαίνονται από πλήρη αδιαφορία για τον άλλον, ο οποίος μπορεί να μην αναγνωρίζεται καν ως φυσική παρουσία ενώπιόν μας, έως και εμπλοκή σε αλληλεπίδραση αλλά με όρους αλλοπρόσαλλους, υπονομευτικούς και αποπροσανατολιστικούς.

Εφόσον όμως η μη επικοινωνία είναι κάτι το ανέφικτο, ακόμα και αν προσποιηθούμε, τότε ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει μια επικοινωνία, η οποία όμως αποκτά τη φύση του Εγώ-Αυτό (I-It) αντί για σχέση προσώπων (I – Thou), κατά Buber.

Μια τέτοια στάση, ιδιαίτερα όταν είναι συστηματική και σε στενές σχέσεις, είναι εξαιρετικά επιζήμια για την ανάπτυξη και γενική ψυχική ευημερία του ανθρώπου που την υφίσταται και μπορεί να οδηγήσει σε μια εύθραυστη, ανασφαλή, πληγωμένη ψυχοσύνθεση ή και μια καθημερινότητα γεμάτη εντάσεις και δυσφορία.

Ακόμα και ο άνθρωπος ωστόσο που τηρεί τη στάση και βρίσκεται από την άλλη μεριά,, δεν παραμένει αλώβητος. Οι σχέσεις που δημιουργεί ενδέχεται να είναι πιο ανώριμες, άνισες και να τον αποκόπτουν από μια γνήσια σύνδεση, η οποία παραδοσιακά υποβοηθάει την προσωπική ωρίμανση και ψυχική ευεξία.

Εν κατακλείδι, οι άνθρωποι είμαστε ο καθρέφτης ο ενός του άλλου. Το πώς συσχετιζόμαστε με το συνάνθρωπο, είτε είναι ένα σημαίνον πρόσωπο είτε κάποια περαστική παρουσία, επηρεάζει το πώς συσχετιζόμαστε οι ίδιοι με τον εαυτό μας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο και από μια οικολογική, συστημική προοπτική, επηρεάζει το είδος της κοινωνίας που διαμορφώνουμε και μας διαμορφώνει με τη σειρά της. Μην αναγνωρίζοντας τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, περιφρονούμε το κοινό κομμάτι της ανθρώπινης φύσης που όλοι φέρουμε εντός μας.

Βιβλιογραφία

  • Μουλαδούδης Γ. Αθ. (2002), Η έννοια του προσώπου στο έργο του Martin Buber και του Carl Rogers. Συγκριτική μελέτη – Εφαρμογές στη συμβουλευτική και στην παιδαγωγική, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα.
  • Rogers C.R. (1979) The foundations of the person-centred approach. Education, 100(2), 98-107.
  • Watzlawick P., Bavelas J.B., Jackson D.D. (1967), Pragmatics of human communication, W.W. Norton & Company, New York – London

Γιώργος Σύρρος 
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής 
www.psychologynow.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *