Ο Μάρκο Πόλο (15 Σεπτεμβρίου 1254-8 Ιανουαρίου 1324) ήταν Βενετός έμπορος και εξερευνητής, τα ταξίδια του οποίου καταγράφηκαν στο βιβλίο «Τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο», όπου περιγράφονται από τον ίδιο όλα όσα είδε και έζησε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στην Κεντρική Ασία και την Κίνα. 

Με τα ταξίδια του σε τοποθεσίες τόσο εξωτικές, που πολλοί δεν θα πίστευαν τις ιστορίες του, ο Μάρκο Πόλο έζησε μια συνταρακτική ζωή γεμάτη θαύματα και δέος.

H ζωή του μοιάζει με παραμύθι. Ήταν ένα συνηθισμένο παιδί από τη Βενετία που ο πατέρας του και ο θείος του τον πήραν μαζί τους για να διασχίσουν την Ασία και να συναντήσουν τον ισχυρότερο ηγεμόνα, ο οποίος τον προσέλαβε για 17 χρόνια. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του κατέγραψε το ταξίδι του, που έγινε το γνωστότερο ταξιδιωτικό βιβλίο στον κόσμο.

Οι αφηγήσεις του από τα ταξίδια του στην Άπω Ανατολή θεωρήθηκαν στην αρχή φαντασιώσεις. Κανείς δεν τον πίστευε. Ήταν, θα έλεγε κανείς, ο πρόδρομος των σημερινών μεγάλων ρεπόρτερ, που κατόρθωσε να ανοίξει στους Δυτικούς το βιβλίο των θαυμάτων της μυστηριώδους Ασίας, του οποίου κανένας μέχρι τότε δεν είχε ξεφυλλίσει τις σελίδες.

Στα 1254 ο πατέρας του Μάρκο Πόλο, Νικολό και ο θείος του Ματέο, είχαν επισκεφτεί την Κωνσταντινούπολη για εμπορικές δουλειές και από εκεί τους Τατάρους. Επέστρεψαν στην πατρίδα τους, τη Βενετία, ύστερα από μερικά χρόνια το 1269. Ο πατέρας και ο θείος δοκίμασαν τη χαρούμενη έκπληξη να βρουν ο ένας έναν γιο κι ο άλλος έναν ανιψιό, που είχε γεννηθεί λίγο μετά την αναχώρησή τους και που, εν τω μεταξύ, είχε γίνει ήδη ένας δυνατός νεαρός άντρας.

Ο Μάρκο καμάρωνε για τον πατέρα και τον θείο του κι όταν, το 1271, οι δυο τους ξεκίνησαν για ένα ακόμη εμπορικό ταξίδι, τους ακολούθησε, για να τους φτάσει, ύστερα από μήνες ταξιδιού, στη μακρινή Κίνα. Ο Μεγάλος Χαν των Μογγόλων, ο πανίσχυρος Κουμπλάι, απόγονος του Τζένγκινς Χαν, τους υποδέχτηκε με μεγαλοπρέπεια.

Ο νεαρός Μάρκο διέθετε κοφτερό μυαλό. Έμαθε γρήγορα πολλές γλώσσες και τέσσερις διαφορετικές γραφές. Ο Χαν τον έστειλε σε μια αποστολή στις χώρες του βασιλείου του και στο τέλος, τον κράτησε 17 χρόνια κοντά του. Ο Μάρκο κατάφερε να πάρει την άδεια να συνοδεύσει στην Περσία δύο πρεσβευτές κι από εκεί πέρασε στην Αρμενία, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν, επέστρεψε στη Βενετία.

Αλλά δεν είχε τον καιρό να ξεκουραστεί. Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει μεταξύ της πατρίδας του της Βενετίας και της Γένοβας και όπλισε με δικά του έξοδα μια γαλέρα για να πολεμήσει τους Γενοβέζους. Μα, αιχμαλωτίστηκε σε μια ναυμαχία και οδηγήθηκε στη Γένοβα, όπου έμεινε για δύο χρόνια.

Εκεί, σε μια φυλακή, υπαγόρευσε τις λεπτομέρειες των συγκλονιστικών ταξιδιών του στον συγκρατούμενό του, τον Ρουστιτσέλλο από την Πίζα. Κι ο Ρουστιτσέλλο έγραφε ασταμάτητα κι ακούραστα τις αναμνήσεις του τολμηρού Βενετσιάνου από την Ασία, τη βάρβαρη, την πολιτισμένη, τη σκληρή, τη θαυμάσια, όπως την είδε σε όλο της το μεγαλείο ένας άνθρωπος που ήξερε να ζει, να ακούει, να βλέπει και να νιώθει. Ένας άνθρωπος που διδάχτηκε από τα ταξίδια του να εκτιμά τη διαφορετικότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *