fbpx

Ξεφεύγοντας από την καθημερινότητα

4 Vogue editors γράφουν για τον τρόπο τους να ξεφεύγουν από την καθημερινότητα.

Η απόδραση των ονείρων

Η Έλις Κις περιφέρεται πανευτυχής σε έναν ονειρικό, παράλληλο κόσμο. Και το απολαμβάνει.

Το χαμόγελο του Idris Elba ήταν εκτυφλωτικό. Καθόμασταν στις δύο μπροστινές, «προεδρικές» θέσεις και τα μάτια όλων ήταν στραμμένα επάνω μας. Στη σκηνή, η παράσταση είχε φιλανθρωπικό χαρακτήρα, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν διατεθειμένη να της δώσω την πρέπουσα σημασία. Αντ’ αυτού, μιλούσα ψιθυριστά με τον Idris. Ήταν πολύ ευγενικός κι εγώ τον ρωτούσα αν υπήρχε περίπτωση να κανονίσουμε μια συνέντευξη για τη Vogue Greece. Στο διάλειμμα τον άφησα για λίγο, επειδή έπρεπε να αναζητήσω μια άλλη καλεσμένη. Λίγο πριν επιστρέψω στην «προεδρική» θέση μου, έπεσα πάνω σε έναν από τους συνεργάτες του. Άρχισα, λοιπόν, να του λέω ότι είχα μείνει έκπληκτη με το γεγονός ότι ο Idris είχε έρθει να παρακολουθήσει τη συγκεκριμένη παράσταση και να συνεισφέρει στους σκοπούς της εκδήλωσης. Και τότε εκείνος μου απάντησε: «Ναι, όντως, αυτός ο επαγγελματίας σωσίας είναι καταπληκτικός. Κοίταξέ τον πώς μεταμορφώθηκε για άλλη μια φορά». Γύρισα το κεφάλι μου και, πράγματι, είδα κάποιον που τώρα έμοιαζε με έναν ντροπαλό νεαρό ξάδερφο του Jackie Chan, ο οποίος μου χαμογελούσε από μακριά!

Ξύπνησα απότομα, με ταχυπαλμία. Η ώρα ήταν τέσσερις και κάτι το πρωί και η απογοήτευσή μου μεγαλειώδης. Πώς την πάτησα έτσι; αναρωτήθηκα.  Στον τομέα των ονείρων είμαι τρομερά κακομαθημένη. Ένα σχετικά απλό καθημερινό όνειρό μου μπορεί να είναι, για παράδειγμα, μια συνάντηση με τον George Clooney, ο οποίος να με ρωτάει πώς προφέρεται το ελληνικό όνομα ενός πρώην συναδέλφου μου. Και, κοιτάξτε τώρα που έπεσα πάνω σε επαγγελματία σωσία!

Μόλις λίγες μέρες πριν -στον ύπνο μου πάλι, το ξεκαθαρίζω- είχα βρεθεί καλεσμένη στους εορτασμούς για τα 60ά γενέθλια του Barack Obama. Και λίγα λεπτά πριν έρθει η σειρά μου να του ευχηθώ με έναν μικρό λόγο που έπρεπε να εκφωνήσω δημοσίως, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ετοιμάσει ούτε μία δύο ατάκες. Τον Barack τον είχα ξαναδεί στον ύπνο μου, είχαμε πει ένα φευγαλέο «γεια», όχι όμως όπως με τη Hillary Clinton, με την οποία είχαμε κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Και κάπου εδώ να σημειώσω ότι χαίρομαι που μέχρι σήμερα δεν έχω πέσει πάνω στον Donald Trump, πάρα μόνο σε κάποιους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του, σε ένα λεωφορείο προεκλογικής εκστρατείας κάπου στο αμερικανικό Midwest. Από μικρή έβλεπα ζωηρά όνειρα. Πολλές φορές αναζητούσα κάποια ερμηνεία τους. Δεν το κάνω πια. Γιατί ποιος ονειροκρίτης θα μπορούσε να μου εξηγήσει πώς βρέθηκα πριν από αρκετά χρόνια στο Rose Garden του Λευκού Οίκου, προσπαθώντας να μείνω για λίγο μόνη με τον George H. W. Bush, καθώς μια ομάδα από FBI agents με τα χαρακτηριστικά Aviator γυαλιά ηλίου και το παραδοσιακό ακουστικό στο αυτί τους μας παρακολουθούσε όχι και τόσο διακριτικά, πίσω από κάτι θάμνους; Α, και ο George έπρεπε να πάει βόλτα τον σκύλο του, τη Millie.

Η θεωρία του Freud είναι γνωστή. Τα όνειρα, έλεγε ο πάτερ της ψυχανάλυσης, είναι η βασιλική οδός που οδηγεί στο να εξερευνήσει κανείς το υποσυνείδητο. Προσωπικά, αυτή την περίοδο δεν επιθυμώ καθόλου να ακολουθήσω οποιαδήποτε διαδρομή που θα οδηγήσει σε μια τέτοια αποκάλυψη – εδώ δεν έχω ξεμπερδέψει ακόμη με τη νέα μας συνείδηση. Αφήνω, λοιπόν, στην άκρη τις εξηγήσεις και προτιμώ τα όνειρά μου να γίνονται οχήματα για σουρεαλιστικές αποδράσεις από μια εξίσου σουρεαλιστική πραγματικότητα. Όπως όταν πρόσφατα βρέθηκα στο Λος Άντζελες. Ήταν μεσημεράκι και βρισκόμουν σε ένα τύπου πριβέ εστιατόριο-κλαμπ, κλασικό στέκι παικτών της βιομηχανίας του Χόλιγουντ. Ήμουν σε ένα πηγαδάκι σκηνοθετών που συνομιλούσαν με σεναριογράφους, ηθοποιούς και ατζέντηδες, όταν εμφανίστηκε ο Paul Newman. Συστηθήκαμε και μετά από λίγο με κάλεσε να πάω στο τραπέζι του. Καθόταν μόνος και κάτι διάβαζε.

Ήταν κάπως ατημέλητος, μεγάλος σε ηλικία, όμως τα μάτια του διατηρούσαν ατόφιο το διαπεραστικό διάφανο γαλάζιο χρώμα τους. Αρχίσαμε να μιλάμε και τον ρώτησα αν πίστευε ότι η καριέρα του θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά αν στην εποχή του κυριαρχούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάποια στιγμή, ανεξήγητα, η μασέλα του έπεσε πάνω στο πρόσωπό μου. Τη μάζεψα στα γρήγορα και του την επέστρεψα. Και κάπου εκεί θυμήθηκα ότι έπρεπε να γυρίσω στην Αθήνα, γιατί το ίδιο βράδυ ήμουν καλεσμένη σε έναν γάμο στο Κουκάκι. Του ζήτησα συγγνώμη και τηλεφώνησα στην bestie μου, ρωτώντας την πού ακριβώς και τι ώρα θα γινόταν η τελετή – αλλά και ποιος παντρευόταν ποιον, γιατί δεν θυμόμουν καθόλου. Επέστρεψα στο Λος Άντζελες -πάντα στον ύπνο μου- για να πάρω μέρος σε ένα γύρισμα ενός επεισοδίου του Succession. Ήμουν ηθοποιός και πανέτοιμη να υποδυθώ τη Shiv Roy, σε μια πιο μεσογειακή εκδοχή της. Θα γυρνούσαμε τη σκηνή ενός μεγάλου πάρτι, όμως λίγο πριν ακουστεί ο ήχος της κλακέτας, άνθρωποι της παραγωγής μού ζήτησαν να αποχωρήσω από το γύρισμα, καθώς οι σεναριογράφοι της σειράς είχαν μόλις αποφασίσει ότι η παρουσία της μελαχρινής πλέον Shiv ήταν περιττή στη συγκεκριμένη σκηνή. Σε πλήρη αντίθεση με την ήπια ιδιοσυγκρασία που χαρακτηρίζει τη ζωή μου στο ξύπνιο μου, η αντίδρασή μου στο όνειρο ήταν εντονότατη. Έβαλα τις φωνές και αποχώρησα έξαλλη από το πλατό.

Αντιθέτως, η παρ’ ολίγον συνάντησή μου με τον Bernard Arnault διεξήχθη σε απόλυτη ησυχία. Ήμασταν σε κάποιο πλοίο που έπλεε προς τις Κυκλάδες και ο πανίσχυρος CEO της LVMH καθόταν μόνος του σε ένα τραπέζι. Κάποια στιγμή, πίστεψα ότι μου έκανε νόημα να πλησιάσω για να μιλήσουμε, όμως όταν το έκανα με κοίταξε περίεργα, γιατί μιλούσε στο κινητό. Πολύ πιο εποικοδομητική ήταν η πρόσφατη συνάντησή μου με έναν Τούρκο ηθοποιό, σε επίσημο δείπνο στην Αθήνα. Χρόνια τώρα προσπαθώ να οργανώσω μια συνέντευξη μαζί του, χωρίς επιτυχία. Η συζήτησή μας πήγε καλά και όλα δείχνουν ότι η συνέντευξη θα κανονιστεί τελικά. Στον ύπνο μου, φυσικά.

Με οδηγό τη μουσική

Η Ελίνα Δημητριάδη ταξιδεύει νοερά, ακούγοντας μουσική γεμάτη φως και καλοκαίρι.

Έγραψα στο Google τη φράση «Ποια είναι η πιο δύσκολη ερώτηση;» και το πρώτο αποτέλεσμα που βγήκε ήταν «Τι είναι η αλήθεια;». Λογικό, αφού έχει απασχολήσει τους περισσότερους φιλοσόφους στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ξαφνικά, όμως, αρχίζω να τραγουδάω από μέσα μου το What is Love του Haddaway, το κομμάτι από τα ’90s με την ενδεχομένως πιο διάσημη ερώτηση στην ιστορία της ποπ μουσικής, και σκέφτομαι ότι η πιο δύσκολη ερώτηση στην οποία καλούμαι προσωπικά να απαντήσω είναι «τι μουσική ακούς;». Έπειτα από χρόνια προσπάθειας να δώσω μια ακριβή απάντηση, χωρίς να πω «τα πάντα», «κυρίως ξένα», «ανάλογα με τη διάθεση» ή «μπλιμπλίκια, dark wave, yacht rock και Βίκυ Μοσχολιού» όταν είχα όρεξη για πείραγμα, κατέληξα στο εμπεριστατωμένο «δεν ακούω metal και ελληνικό έντεχνο» – τώρα πια έχει προστεθεί σε αυτή τη λίστα και η trap. Να πω εδώ ότι μία από τις πιο αγαπημένες μου στιγμές την έζησα σε ένα techno party, όπου ο DJ ξαφνικά έκανε αλλαγή παίζοντας ένα disco τραγούδι του Ντέμη Ρούσσου.

Είμαι 39 χρονών, δεν έχω δίπλωμα οδήγησης –προθυμοποιήθηκε κάποια στιγμή ο αδερφός μου να μου κάνει μαθήματα για να μου φύγει το άγχος, αλλά εμφανίστηκα με τακούνια και καταλάβαμε και οι δύο πως δεν υπήρχε νόημα σε αυτό το εγχείρημα–, επομένως έχω περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου σε μέσα μαζικής μεταφοράς και ταξί, όπου μου είναι απαραίτητη η χρήση ακουστικών για να ακούω μουσική, ώστε να προστατεύω την ψυχική μου υγεία. Αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω όλα αυτά τα χρόνια με μία εικόνα, θα ήμουν εγώ με τα ακουστικά στα αυτιά, να κρατάω κάποιο walkman, mp3 ή smartphone με τα αγαπημένα μου τραγούδια, να κοιτάζω έξω από το παράθυρο του λεωφορείου/τρένου/μετρό/ταξί και να μη σκέφτομαι απολύτως τίποτα. Θυμάμαι μια μέρα που έφτασα στο γραφείο κι ένας συνάδελφος ο οποίος βρισκόταν συχνά μαζί μου στο ίδιο βαγόνι, χωρίς να τον έχω δει ποτέ, αφού κοιτάζω πάντα έξω, μου είπε: «Σε παρατηρώ και μοιάζεις σαν η πιο θλιμμένη Vogue editor». Γέλασα γιατί, ενώ αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να δείχνω στους υπολοίπους, για μένα αυτά τα λεπτά που ακούω μουσική είναι πολύτιμα, χωρίς ίχνος θλίψης – απλώς, στο πρόσωπό μου αποτυπώνεται ό,τι συμβαίνει στο μυαλό μου. Η έλλειψη της παραμικρής σκέψης που μου εξασφαλίζει η μουσική στα ακουστικά μου, αυτή η αίσθηση, που είναι το αντίστοιχο της έλλειψης βαρύτητας και νιώθω σαν να ίπταμαι σε ένα μελωδικό κενό, αντικατοπτρίζεται στο απολύτως ανέκφραστο πρόσωπό μου και, υποθέτω, πως για εκείνον ίσως έτσι μοιάζει η θλίψη. Η μουσική, όταν είμαι μόνη, είναι το μέρος όπου μπορώ να αποδράσω και να μην υπάρχει τίποτε άλλο στο μυαλό μου, παρά μόνο οι νότες και η φωνή όποιου τραγουδά.

Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, έπιασα τον εαυτό μου ν’ αναζητώ τη λέξη «summer» όλο και συχνότερα όταν ακούω μουσική καθ’ οδόν. Από τις λίστες Ιs it summer yet?, Soft summer breeze και Summer cocktails, πέρασα σύντομα σε πιο εξειδικευμένες, όπως Ibiza sunset, Chillout lounge, προφανώς όλες τις συλλογές του περίφημου μπαρ Cafe del Mar Ibiza, τις οποίες στα τέλη της δεκαετίας του ’90 επιμελούνταν ο θρυλικός DJ Jose Padilla, αλλά και το άλμπουμ One Starry Night από το 1999 του πολύ αγαπητού στην Ελλάδα Kevin Yost, που μοιάζει σαν να ξαπλώνεις με καύσωνα σε δροσερά σεντόνια. Tο βράδυ, πάλι, για να αποκοιμηθώ επέλεγα Summer nights: γρύλοι και τζιτζίκια, με ήχους που μου θύμιζαν ξέγνοιαστες καλοκαιρινές βραδιές στο εξοχικό μου στον Ωρωπό.

«Ναι, θέλω να ακούω μόνο μουσική που με κάνει να αισθάνομαι ότι είναι Ιούλιος, ο ήλιος αρχίζει να δύει κι εγώ πίνω μια Caipirinha στην ξαπλώστρα, πριν αποσυρθώ στο δωμάτιό μου, μπω στο ντους και η άμμος που έχει μπλεχτεί στα μαλλιά και έχει κρυφτεί στο μαγιό μου απειλεί να βουλώσει το σιφόνι», είπα σ’ έναν φίλο που με ρώτησε αν θα πήγαινα στο set του Joe Claussell, του DJ που παίζει καλοκαιρινή house με afro beats και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από καιρό, και τον οποίο θυμάμαι από ένα αλησμόνητο καλοκαιρινό party στο beach bar Cariocas, στο Αλεποχώρι. Λίγες μέρες μετά βρέθηκα σε ένα άλλο party, όπου έπαιζε μουσική ο Αλέξανδρος Χριστόπουλος, υπεύθυνος για τις συλλογές Sunset & Sunrise και La Suite, από εποχές που διασκεδάζαμε πίνοντας σφηνάκια σαμπούκα – όπως έγραψε στα 2000s ένας φίλος δημοσιογράφος, αν αναγνωρίζεις τον Αλέξανδρο Χριστόπουλο, πρέπει να φοράς ήδη αντιρυτιδική κρέμα!

Αδυνατώ ακόμα ν’ ακούσω οποιοδήποτε άλλο είδος μουσικής εκτός από αυτό που με γυρίζει σε στιγμές που βυθίζω τα πόδια μου στην άμμο και χαμογελάω γιατί η ζωή είναι ωραία ή ενώ χορεύω φορώντας κάποιο ρούχο από τις S/S ’22 και Resort ’22 συλλογές Blumarine – σαν να παίζω στο videoclip του I Feel For You του Bob Sinclar από το 2000. Οι προφανείς λόγοι είναι πως αυτό το είδος καλοκαιρινής, dance house, lounge ή chillout μουσικής με κάνει να επιστρέφω νοερά σε εποχές που έφευγα από το σπίτι κι έλεγα στους γονείς μου «θα αργήσω», όταν ένιωθα τα πόδια μου να μουδιάζουν μόνο από τον χορό ή να μουλιάζουν από το θαλασσινό νερό, που ανατρίχιαζα από ευτυχία όταν έκανε peak ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια ή από καλοκαιρινούς έρωτες, που οι κόκκοι του καφέ δεν έμπαιναν στην καφετιέρα, αλλά στα σφηνάκια – σε εποχές που, αν ήταν φωτογραφία, θα είχε τραβηχτεί από μηχανή με φιλμ που έχει πάρει φως.

Φως! Δεν είναι ότι θέλω να ξαναγίνω 20 χρονών, γιατί η γνώση, οι εμπειρίες και οι ρυτίδες που έχω αποκτήσει 20 χρόνια μετά με έχουν κάνει να νιώθω καλύτερα από ποτέ με τον εαυτό μου. Είναι ότι αυτή η μουσική με γεμίζει με το φως που έχω στερηθεί τα τελευταία δυόμισι χρόνια και αρνούμαι ν’ ακούσω οτιδήποτε μπορεί να ανοίξει μια χαραμάδα για να μπει σκοτάδι.

Οδηγώ και σας σκέφτομαι

Η ιδιαίτερη σχέση της Κέλλυς Σταυροπούλου με το αυτοκίνητό της.

Τις πιο ελεύθερες σκέψεις τις κάνω όταν οδηγώ. Έχω καταλάβει τι μου συμβαίνει. Οι οδικοί κανόνες που επιτάσσουν να μείνω στη σωστή πλευρά του δρόμου, να σταματήσω στο κόκκινο, να στρίψω, να επιταχύνω κ.λπ., ικανοποιούν την ανάγκη μου για έλεγχο, κρατούν απασχολημένο το κομμάτι του εαυτού μου που θέλει να ορίζει τα πάντα και έτσι –παράλληλα με την οδήγηση– αφήνω το συναίσθημα και το μυαλό μου ελεύθερα να κάνουν τη δουλειά τους. Είχα συζητήσει και με μια ψυχολόγο κάποτε αυτή τη διαδικασία και μου είχε πει ότι το τιμόνι συμβολίζει τον έλεγχο. Ας πούμε, αν μπορούσα να γράφω αυτό το κείμενο οδηγώντας, σίγουρα δεν θα το ξεκινούσα τόσο συγκεκριμένα. Θα με φανταζόμουν να οδηγώ σε μια δεντρόφυτη διαδρομή. Θα παρατηρούσα τα ψηλά δέντρα κι εμένα, μικρή ανάμεσά τους, να τα προσπερνάω. Θα σκεφτόμουν: «Κοίτα πόσο στατικά είναι αυτά και πόσο γρήγορα μπορώ εγώ να φύγω και να πάω στα επόμενα». Θα θυμόμουν τη διαδρομή Μιλάνο-Κόμο που είχα κάνει κάποτε οδικώς με τη φίλη μου, τη Σοφία. Είχαμε νοικιάσει ένα μαύρο Smart και είχαμε μοιράσει τη διαδρομή. Εγώ οδηγούσα στην επιστροφή. Γελούσαμε και μιλούσαμε ακατάπαυστα. Δεν ξέραμε ιταλικά και μας φαινόταν αστείο να πετάμε εν μέσω του διαλόγου μας ιταλικές λέξεις με προφορά και μπρίο. Κάτω από εκείνο το τούνελ ειδικά, που δεν τελείωνε με τίποτα… «Amore, τι ώρα πετάμε αύριο;», «Ciaο, bella, σκέφτομαι να χωρίσω», «Όντως; Cinquecento». Μέσα στην ελαφρότητα των 27 χρόνων μας, αυτή ήταν μια εμπειρία ενηλικίωσης. Το συνειδητοποιήσαμε χρόνια αργότερα, μέσα από σχετικούς συνειρμούς. Όπως το ότι το επόμενο αυτοκίνητό μου ήταν ένα μαύρο Smart – σίγουρα καθόλου τυχαίο.

Τέλος πάντων, με το δικό μου πλέον Smart συνέχισα να δραπετεύω για αρκετά χρόνια. Δεν μπορούσα να πάω πολύ μακριά, λόγω ελλιπούς ιπποδύναμης, αλλά η διαδικασία της νοητής απόδρασης έγινε συνειδητή. Να, ας πούμε, σκέφτομαι τώρα ότι κλαίω πιο εύκολα όταν οδηγώ. Σκέφτομαι επίσης τις φορές που πάω κάπου με κύριο δέλεαρ τη διαδρομή μέχρι τον προορισμό. Γιατί θέλω οπωσδήποτε να υπάρχει προορισμός. Δύσκολα θα μπω στο αυτοκίνητο απλώς για να κάνω μια βόλτα, για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου για κίνηση και φυγή. Θέλω να υπάρχει ένα πρόσχημα. Το άλλο που κάνω είναι ότι, επιστρέφοντας από κάπου, αν δεν μου έχει αρκέσει η διαδρομή, μπορεί να κάνω τον γύρο ένα-δύο τετραγώνων – για να αφομοιώσω κάτι που σκέφτομαι, για ν’ ακούσω ένα συγκεκριμένο τραγούδι, γιατί κρυώνω και δεν θέλω ν’ αφήσω τη ζέστη του καλοριφέρ. Γι’ αυτό και δεν καταλαβαίνω εκείνους που προτιμούν το ταξί. Νιώθω ότι χάνουν το καλύτερο.

Η Θάλεια λέει ότι η εμπειρία του συνοδηγού δίπλα μου είναι εμπειρία ζωής. Μάλλον κάτι έχει πιάσει, εκτός κι αν το λέει για να με πειράξει που χάνω διαρκώς τον δρόμο από το γραφείο ως το Κολωνάκι, όπου την αφήνω. Δεν της έχω πει ότι μιλάει τσιριχτά στο αυτί μου και με αποπροσανατολίζει. Βρήκα τώρα την ευκαιρία και το κάνω. Αλλά κι αυτό το απολαμβάνω εν μέρει. Μιλώντας για συνοδηγούς, τους χωρίζω σε δύο κατηγορίες: αυτούς με τους οποίους δεν νιώθω αμηχανία όταν δεν μιλάμε και εκείνους στους οποίους πρέπει συνεχώς κάτι να λέω. Τους πρώτους τους αγαπάω περισσότερο.

Συνεχίζοντας τις σκόρπιες σκέψεις μου, σχεδόν σαν τις «οδηγικές», στο αυτοκίνητο μου αρέσει καμιά φορά να τρώω κάτι, να πίνω καφέ, φυσικά να καπνίζω. Δεν τσακώνομαι σχεδόν ποτέ με τους άλλους οδηγούς, νομίζω ότι δεν τους ενοχλώ κιόλας. Μου αρέσουν, γιατί τους βλέπω σαν μέρος μιας ταινίας: πάνε κι έρχονται κι ούτε που με νοιάζει τι θ’ απογίνουν. Με χαλαρώνουν μέσα στην κίνησή τους. Όπως επίσης δεν μου προκαλεί εκνευρισμό η συμφόρηση στους δρόμους. Παρατηρώ τα γύρω αυτοκίνητα. Το αγαπημένο μου είναι τα ζευγάρια που τσακώνονται. Το αυτοκίνητο μπορεί άνετα να εξελιχθεί στο Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη και μου αρέσει να το βλέπω. Εγώ δεν έχω τσακωθεί ποτέ με το «ζευγάρι» μου στο αυτοκίνητο. Και έχει σημασία αυτό, γιατί μάλλον είναι το μόνο μέρος όπου δεν έχω τσακωθεί!

Πήρα δίπλωμα στα δεκαοκτώμισι και αμέσως οικειοποιήθηκα ένα οικογενειακό σαράβαλο που είχαμε για απόσυρση. Χωρίς τιμόνι, με σκασμένα λάστιχα και μπόλικη σκουριά, το σουλούπωσα με 500 ευρώ και το αποκάλεσα «το αυτοκίνητό μου». Πήγαινα μ’ αυτό στο πανεπιστήμιο και, όταν περνούσα να πάρω τη Βίκυ, τη συμφοιτήτριά μου, δεν χρειαζόταν να της τηλεφωνήσω για να κατέβει. Άκουγε το μουγκρητό της μηχανής και ήξερε. Το καλύτερο ήταν όταν έβαζα κολόνιες, κρέμες, φορέματα, τακούνια και έβγαινα για ποτό. Αναρωτιόμουν αν με είχε τσαλακώσει η παλιατζούρα και θύμωνα. Τελικά, μου πήραν ένα καινούργιο αυτοκίνητο κι αυτό το πήγαμε σε μια μάντρα για παλιοσίδερα. Θεώρησα τότε βάναυση την αντιμετώπιση του «αυτοκινήτου μου», αλλά το ξεπέρασα γρήγορα. Από τότε δεν συνδέομαι με τα οχήματα. Τώρα που διαβάζω τα παραπάνω, αναρωτιέμαι αν είμαι απροσάρμοστη. Ευτυχώς, σε λίγο έχω να πάω κάπου και το GPS δείχνει ότι χρειάζομαι 46 λεπτά. Θα το σκεφτώ τότε.

Και μαζί, και μόνη

Η Γεωργία Φέκου μπορεί να ταξιδεύει, ακόμα και στο επίκεντρο ενός «μικρού χαμού».

Ανακτώντας ρυθμούς -και ουσιαστικά ζωή- μετά τους πρωτόγνωρους μήνες της καραντίνας, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται το εξής παράδοξο: η «safe place» μου στην Αθήνα δεν έχει καθαρό αέρα, ούτε αποστάσεις και μέτρα. Είναι ένα υπόγειο στο κέντρο, που παίζει δυνατά ηλεκτρονική μουσική, γεμάτο κόσμο που χορεύει σε κάθε πιθανό σημείο, σαν να έχει χρόνια να το κάνει – που έχει δηλαδή!

Μέχρι τα 20 μου χρόνια, το nightlife είχε τελείως διαφορετική διάσταση στο μυαλό μου. Δεν θα έλεγα ότι έβγαινα για να βγω, αλλά σίγουρα δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα ουσιαστικότερο στην έξοδό μου από αλκοόλ, πρόχειρο socializing και στιγμιαίο φλερτ – και σε καμία περίπτωση την αίσθηση του «safe place». Εκ των υστέρων, αυτό που πιστεύω ότι συνέβαινε είναι ότι δεν ένιωθα παρούσα, σαν να μην μπορούσα να συνδεθώ με το περιβάλλον, τον κόσμο και τη μουσική. Μπορεί να χόρευα για ώρες δίπλα σε φίλες και φίλους περνώντας καλά, αλλά ποτέ δεν έφευγα γεμάτη.

Όταν ξεκίνησα να ακούω συστηματικά ηλεκτρονική μουσική και να πηγαίνω σε πάρτι όπου έπαιζαν αποκλειστικά αυτή, η αίσθηση του κενού μετά από κάθε ξενύχτι άρχισε να υποχωρεί, γεννώντας ένα ακόμα μεγάλο παράδοξο στο μυαλό μου, μιας και το συγκεκριμένο είδος απαιτεί τη λιγότερη σωματική επαφή. Μπορεί να στεκόμουν δίπλα σε φίλους, αλλά όσο περισσότερο χόρευα μόνη μου τόσο πιο ενσωματωμένη αισθανόμουν. Δεν ένιωθα αμηχανία που δεν μιλούσα με κάποιον ανά δύο λεπτά, ούτε την ανάγκη να σταθώ συγκεκριμένα στον χώρο. Μπορούσα να μένω ακίνητη στο ίδιο σημείο, χορεύοντας για ώρες, ξεχνώντας σχεδόν ότι είχα κόσμο δίπλα μου.

Στον Αστακό του Γιώργου Λάνθιμου υπάρχει μια σκηνή στο δάσος, όπου η Léa Seydoux εξηγεί στον Colin Farrell πως ο λόγος που δεν ακούν κάτι άλλο παρά ηλεκτρονική μουσική είναι επειδή όλοι χορεύουν μόνοι. Το επόμενο πλάνο δείχνει μια σειρά ανθρώπων να χορεύουν ακανόνιστα σε ένα ξέφωτο, με ακουστικά στα αυτιά, ακούγοντας ο καθένας το δικό του είδος electro. Κανείς δεν μοιάζει να έρχεται σε επαφή με τον διπλανό του, αλλά, παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση πως συνδέονται μεταξύ τους είναι έντονη. Αν, λοιπόν, πάρουμε αυτή την εικόνα και τη μεταφέρουμε στον κλειστό χώρο ενός κλαμπ, αντιλαμβάνομαι πώς δημιουργείται η δική μου αίσθηση της απόδρασης από την πραγματικότητα. Ανάμεσα σε καπνούς, οθόνες με πολυμορφικά visuals και μη ηθελημένη -απαραίτητα- σωματική επαφή, στο υπόγειο ενός μαγαζιού που κάποιος μπορεί να βρει ασφυκτικό, εγώ αισθάνομαι πραγματικά ελεύθερη. Κι αυτό επειδή είναι πολύ ανακουφιστικό να μπορείς να χορεύεις ατελείωτα μέσα σε ένα πλήθος ανθρώπων χωρίς να χρειάζεται να μιλάς, να τραγουδάς ή να παρατηρείς εξονυχιστικά τα πάντα. Ειδικά μετά το μούδιασμα των δύο χρόνων πανδημίας, η ελευθερία έγινε πολύ προσωπική υπόθεση, και για μένα είναι ελευθερία να μπορείς απλώς να υπάρχεις, εκφράζοντας ό,τι αισθάνεσαι μέσα από κινήσεις και αινιγματικές ματιές.

Η καραντίνα μάς το στέρησε αυτό. Η λεκτική επικοινωνία έγινε ο μόνος τρόπος σύνδεσης με τους ανθρώπους και η μαγεία της χημείας από την πραγματική επαφή κάπου χάθηκε. Στο φλερτ πατήθηκε pause και γενικότερα υπήρξε παγωμάρα. Πολλοί ξεσυνήθισαν τις εξόδους και τα πάρτι και ένιωθαν ασφαλείς μόνο στο σπίτι τους ή στη φύση. Προσωπικά, δεν μου συνέβη. Η επιθυμία μου να βγω και να συνεχίσω τη ζωή μου από εκεί που την άφησα δεν με εγκατέλειψε. Έχοντας ακούσει άπειρη μουσική από τα ακουστικά μου κατά τη διάρκεια του lockdown, ανυπομονούσα να την ακούσω από τα ηχεία, μοιραζόμενη τον ενθουσιασμό μου με άλλους. Κι εκεί που νόμιζα πως αυτό που μου είχε λείψει ήταν απλά τα πάρτι, κατάλαβα πως ήταν κάτι παραπάνω: η ανάγκη να βρίσκομαι σε χώρους που για μερικές ώρες η μουσική ακούγεται δυνατότερα από τις σκέψεις. Το overthinking μπορεί ενίοτε να είναι εποικοδομητικό, αλλά σίγουρα χρειαζόμαστε διαλείμματα. Ε, εγώ κάνω τα δικά μου σε αυτό το υπόγειο με τη δυνατή μουσική.

Kάπου διάβασα πως το να ζεις τη νύχτα είναι κατά μία έννοια πράξη αναρχίας. Κάπως σαν επανάσταση στο οριοθετημένο και αποδεκτό πρόγραμμα της ημέρας που απαιτεί να είσαι παραγωγικός, επικοινωνιακός και ευέλικτος, ώστε να φέρνεις γρήγορα εις πέρας τις υποχρεώσεις σου, αλλά και να ανταποκριθείς τις απαιτήσεις των άλλων. Όσο πιο πιεσμένος νιώθεις το πρωί, τόσο πιο αυθόρμητα έχεις την ανάγκη να βιώνεις το βράδυ. Και κάπου εκεί, το σύγχρονο club culture μπορεί να λειτουργήσει εξαγνιστικά. Στους σωστούς χώρους, όπου η απενοχοποίηση, η ελεύθερη έκφραση και η διαφορετικότητα είναι αληθινά συνδεδεμένες με τη διασκέδαση, η απόδραση γίνεται πράξη. Και αν οι αντιφάσεις είναι αυτές που κάνουν τη ζωή τόσο ενδιαφέρουσα, τότε ελπίζω να αφηνόμαστε τουλάχιστον να τις απολαμβάνουμε στο έπακρο.

www.vogue.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *