Καλό Φθινόπωρο!

Μυρωδιά του Άγιου Σεπτέμβρη του Σχολικού, του Χρονογράφου, των πιο γλυκών χρωμάτων της φύσης, του πιο μελαγχολικού μήνα του χρόνου.

Είναι ο μήνας που ο Πλούτωνας έκλεψε την Περσεφόνη και την πήρε γυναίκα του στον Κάτω κόσμο. Η Φύση με τη λύπη της Δήμητρας αρχίζει να φθίνει, να μελαγχολεί, να στερεύει και να χάνει τη ζωντάνια, τη χαρά και τη δύναμή της όπως ήταν το καλοκαίρι.

“…Στη χώρα του χρόνου, μια χώρα παραμυθένια κι αέρινη, που απλώνεται πάνω από τον αιθέρα και τυλίγει γύρω – γύρω τη γη, γεννήθηκε κάποιο πρωί ο Σεπτέμβρης. Τη μέρα εκείνη μια παρέα συννεφάκια έπαιζαν στη γειτονιά κυνηγητό.
Να πάω κι εγώ να παίξω μαζί τους; Ρώτησε ο Σεπτέμβρης τον πατέρα του το Φθινόπωρο.
Το Φθινόπωρο, που ήταν ζωγράφος, είχε πολύ δουλειά και λίγη όρεξη για κουβέντες. Ζωγράφιζε με τα μακριά του πινέλα. Έβαζε κίτρινα φύλλα στα δέντρα, χρυσαφένια σταφύλια στα αμπέλια και αφρισμένα κύματα στις ακρογιαλιές.
Να ρωτήσεις καλύτερα τη μητέρα σου, αποκρίθηκε.
Έτσι ο Σεπτέμβρης ρώτησε τη Βροχή…” *


Σεπτέμβριος, λοιπόν, αν και τα όνομά του μας θυμίζει τον αριθμό επτά, είναι ο ένατος εγγονός του χρόνου, ο πρώτος γιος του φθινοπώρου. Είναι ο μήνας που οι μέρες μικραίνουν, ο ήλιος βιάζεται να βασιλέψει κουρασμένος από τα μεγάλα ταξίδια του καλοκαιριού, οι νύχτες δροσερεύουν για τα καλά, τα χελιδόνια ετοιμάζονται να φύγουν και οι αυλές των σχολείων γεμίζουν πάλι με παιδικές φωνές. Είναι ο Τρυγητής, ο Πετιμεζάς, ο Σταυρίτης, ο Ορτυκολόγος μιας και αποδημούν για τις νότιες χώρες τούτο τον μήνα και τα ορτύκια. Είναι ο Αη Νικήτας, από την ομώνυμη γιορτή, και ο Σκεπαστής, γιατί όσοι δεν προλαβαίνουν να μαζέψουν τα καλαμπόκια τους, τα σκεπάζουν για να μην τα φάνε τα πουλιά.

Και αφού “κλειδώσει” ο χρόνος στις 31 Αυγούστου έρχεται η 1η του Σεπτέμβρη, που παλιότερα θεωρούνταν και η πρώτη μέρα του χρόνου. Η ημερομηνία αυτή διατηρήθηκε μέχρι και σήμερα μόνο σαν αρχή του θρησκευτικού έτους. Τα πολύ παλιά χρόνια ήταν η αρχή του οικονομικού έτους των Ρωμαίων, η αρχή της Ινδικτιώνος από τη λατινική λέξη Indictio-nis, που σήμαινε τον φόρο που έπρεπε να καταβάλουν οι Ρωμαίοι πολίτες και συγχρόνως έναν θεσμοθετημένο κύκλο ανά 15 έτη, που χρησιμοποιήθηκε σαν σύστημα χρονολόγησης στη Βυζαντινή περίοδο. 

Ωστόσο, στην αντίληψη του λαού τούτη η μέρα παρέμεινε σαν “η μέρα του χρονογράφου”. Λένε πως τα μεσάνυχτα άνοιγαν οι ουρανοί και κατέβαιναν οι άγγελοι και κάνανε απογραφή στις ψυχές που θα πέθαιναν μέσα στον χρόνο. Για να ξορκίσουν το κακό, οι νοικοκυραίοι έσπαζαν ρόδια στην είσοδο του σπιτιού τους μόλις η μέρα έφεγγε. Στην Κρήτη, την παραμονή έβαζαν πάνω στις στέγες των σπιτιών καρύδια, τόσα όσα και τα μέλη της οικογένειας. Το πρωί τα κατέβαζαν, τα έσπαγαν προσεκτικά και όσα από αυτά ήταν κούφια, τόσες πίστευαν ότι θα ήταν και οι ψυχές που θα έπαιρνε ο Χάρος από την οικογένεια.

Η “αρχιχρονιά” ήταν η μέρα που οι γεωργικές οικογένειες έβλεπαν την περίοδο της σποράς να πλησιάζει και κρεμούσαν στη μέση του σπιτιού ή στο εικονοστάσι τους όλα τα σύμβολα της αφθονίας ανάλογα με την περιοχή. Έφτιαχναν μια “αρμαθιά” από ρόδια, σταφύλια, κυδώνια, σκόρδα, καρύδια, κεχρί ή φύλλα από αιωνόβια δέντρα.

Στην Κω, την ονόμαζαν “αρκιχρονιά” και πρωί – πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος τα κορίτσια τη βουτούσαν στη θάλασσα να περάσει από σαράντα κύματα και αφού μάζευαν και σαράντα πετραδάκια, τα φύλαγαν όλα μαζί στο εικονοστάσι. Τα πετραδάκια τα έβαζαν μέσα στα σεντούκια για να μην τρώει τα ρούχα ο ποντικός και το νερό που έφερναν το έχυναν στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού για τη γλωσσοφαγιά. 

Σε άλλα μέρη της Ελλάδας την κρεμούσαν στη μέση του σπιτιού και την ξεκρεμούσαν την Πρωτοχρονιά, την ημέρα του Αγίου Βασιλείου το πρωί. Ανακάτευαν τους σπόρους εκείνους με της φετινής χρονιάς και έτρωγαν το σταφύλι, που στο μεταξύ ήταν σαν σταφίδα.

Η 1η του Σεπτέμβρη είναι και η γιορτή του Αγίου Συμεών του Στυλίτη και το έθιμο λέει πως οι έγκυες γυναίκες απέχουν από κάθε εργασία, για να μην γεννηθεί το παιδί τους με το σημάδι του Αγίου (Συμεών / σημαδεύω).

Στις 2 του Σεπτέμβρη γιορτάζει ο Άγιος Μάμας ή ο άγιος των Σκουλάδων, όπως λένε στα Ανώγεια της Κρήτης. Ο λόγος γιατί στις εικόνες παρουσιάζεται σαν νεαρός βοσκός και λατρεύεται σαν ο προστάτης των τσοπάνηδων. Λένε πως ονοματίστηκε έτσι γιατί τη γυναίκα που τον ανέθρεψε, μιας κι έμεινε ορφανός πολύ μικρός, τη φώναζε ‘Μάμα” και του ΄μεινε. Κρατάει πάντα ένα στραβοράβδι στο χέρι και στη γιορτή του προσφέρουν αρνιά που τα σφάζουν, τα μαγειρεύουν και τα τρώει όλο το εκκλησίασμα.

Ακολουθεί η γιορτή “Το γενέθλιον της Παναγίας” στις 8 του μήνα με γνωστό ένα πολύ παλιό έθιμο, που δεν συναντάται πια, να “πουλιούνται” και να γίνονται “σκλάβοι” της Παναγίας τα καχεκτικά παιδιά για να εξασφαλιστεί έτσι η υγεία τους. Πήγαινε δηλαδή, η μητέρα το παιδί στην εκκλησία, το ζύγιζαν και υπόσχονταν τόσο λάδι ή κερί όσο και το βάρος του. Του κρεμούσαν στον λαιμό ένα χαλκά από ασημένιο σύρμα και σαν περνούσαν τα χρόνια που είχαν ορίσει στο τάξιμο, το “ξεσκλάβωναν”, του έβγαζαν τον χαλκά από τον λαιμό και τον κρεμούσαν στην εικόνα.

Και φτάνουμε στα μέσα του μήνα με τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού στις 14. Μέρα σημαδιακή μιας και όλες οι καλοκαιρινές συνήθειες, όπως ο μεσημεριανός ύπνος και το δειλινό γεύμα, καθώς οι μέρες πια μικραίνουν, σταματούν. Γνωστό το έθιμο του Λειδινού, μια μιμική παράσταση με ρίζες πολύ παλιές, που δείχνει το τέλος του δειλινού.

Με πανιά και άχυρα κατασκεύαζαν οι γυναίκες και τα παιδιά στην Αίγινα πιο πολύ, μια ανδρική μορφή που την τοποθετούσαν στην εκκλησία, άναβαν κεριά και την μοιρολογούσαν…

Τη μέρα τούτη μοιράζεται βασιλικός στην εκκλησία ή σταυρολούλουδο, αφού κατά την παράδοση στο μέρος που βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός φύτρωνε βασιλικός. Με το κλαδάκι που θα πάρουν από την εκκλησιά και με τον αγιασμό της ημέρας οι νοικοκυρές έφτιαχναν το νέο προζύμι. Το προζύμι αυτό σαράντα μέρες δεν το δάνειζαν, και το πρώτο ψωμί που θα ζύμωναν,  το λειτουργούσαν και το μοίραζαν στη γειτονιά.

Σε όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας τούτη τη μέρα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να ευλογηθεί στην εκκλησιά μείγμα σπόρων, που στη συνέχεια θα χρησιμοποιηθεί πρώτο αυτό στη σπορά που θα αρχινούσε σε λίγο καιρό. Την εποχή του θερισμού υπήρχε μια συνήθεια από το τελευταίο δεμάτι στάχυα να πλέκουν μια ωραία δέσμη, που την έλεγαν χτένι ή ψαθί ή σταυρός ή όπως είχαμε δει παραπάνω “αρκιχρονιά”. Την κρεμούσαν είδαμε στο μεσαίο δοκάρι του σπιτιού ή στο εικονοστάσι και την ημέρα του Σταυρού την ξεκρέμαγαν, την πήγαιναν στην εκκλησιά, την ευλογούσαν και ανακάτευαν τον νέο σπόρο με τον παλιό.

Το σπορικό ήταν έτοιμο για την ώρα την καλή!

Εκείνη την ημέρα γίνονταν επίσης οι αγροτικές συμβάσεις. Οι δουλειές του καλοκαιριού είχαν πια τελειώσει και οι καρποί όλοι είχαν σχεδόν μαζευτεί. Άφηναν, λοιπόν, τα ζώα τους ελεύθερα στα χωράφια και τα αμπέλια να βοσκήσουν όπου ήθελαν. 

Τότε ξεπληρώνονταν οι εργάτες από τους ζευγάδες ή “πάχτωναν” τα χωράφια τους οι γαιοκτήμονες και ξοφλούσαν τους λογαριασμούς τους, και για όσους θυμόμαστε ακόμα τους δραγάτες, που είχε ορίσει μια κοινότητα να φυλάγουν τα αμπέλια την παραμονή του Σταυρού, η θητεία τους τέλειωνε και έκαιγαν τις καλύβες τους, που χρησιμοποιούνταν σαν παρατηρητήρια για να εντοπίζουν τους κλέφτες. 

Τέλος, την ημέρα αυτή αλλά και την επόμενη του Άη Νικήτα ήταν το χρονικό όριο των ναυτικών να δέσουν τα καράβια τους. Τα μακρινά ταξίδια σταματούσαν, άρχιζε και η δική τους ξεκούραση μέχρι την άνοιξη, που ο καιρός θα επέτρεπε πάλι για να ανοιχτούν στο πέλαγος.

Τα παζάρια του Σεπτεμβρίου κατείχαν κάποτε την πιο σημαντική θέση στον πολιτισμό των Ελλήνων. Ένας πανάρχαιος θεσμός με μεγάλη έξαψη στην ορεινή κυρίως Ελλάδα, αλλά και από την Κρήτη (Μοίρες Ηρακλείου) μέχρι την Πελοπόννησο, την Εύβοια (Χαλκίδα), την Ήπειρο και τη Θράκη (Διδυμότειχο) ικανοποιούσε τη γενική ανάγκη για ψυχαγωγία, για επαφές και σχέσεις, για εξυπηρέτηση ποικίλων συμφωνιών, συνοικεσίων και εμπορικών συναλλαγών. Συνήθως γίνονταν μια φορά τον χρόνο στις αρχές του φθινοπώρου και κρατούσαν μέρες. Με τα χρόνια και την ανάπτυξη των συγκοινωνιών ακολούθησε μια παρακμή ή κατάργηση του θεσμού, προάγγελος όμως των μεγάλων εκθέσεων που γίνονται μέχρι και σήμερα καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα.

Όμως τούτος ο μήνας είναι άρρηκτα δεμένος με το άνοιγμα των σχολειών και το τέλος της ξεγνοιασιάς των παιδιών και τη μεγάλη συγκομιδή των σταφυλιών, την παραγωγή του κρασιού, της σταφίδας, του μούστου…

“…Μέρες πριν ανοίξουν τα σχολειά κατεβαίναμε κάτω στα νταμάρια και μαζεύαμε το ασπρόχωμα. Τέλειωνε ο τρύγος και σαν απλώναμε και τα τελευταία σταφύλια, κουβαλούσαμε στο σπίτι της θείας όλα τα φορτία των κρασοστάφυλων, για να πατηθούν στα πατητήρια. Χωριστά τα άσπρα, χωριστά τα μαύρα σταφύλια. Πάντα υπήρχαν και δύο μεγάλα άσπρα σακιά που τα πατούσαμε εμείς, με γέλια, πειράγματα και χαρές για να κάνουμε τον δικό μας μούστο, που έτρεχε μέσα σε μια μεγάλη σκάφη. Και σαν τέλειωνε τούτη η δουλειά και σούρωνε μέχρι αργά το απόγευμα ο μούστος, τότε το χρυσοκίτρινο υγρό έμπαινε πια στα μεγάλα καζάνια και στήνονταν οι παρασιές στην πίσω αυλή της γιαγιάς. Δυο τεράστιοι μπλόκοι με σιδερόβεργες για να σταματούν πάνω τους τα μπακιρένια τσουκάλια, μικρά ξύλα και άναβε η φωτιά. Κόβαμε και αρμπαρόριζα και τη ρίχναμε μέσα και μύριζε ο τόπος όλος. Σαν μεθυσμένοι νοιώθαμε όλοι. Η μυρωδιά του μούστου ήταν παντού. Και το βράσιμο ξεκινούσε. Ανακατεύαμε με μεγάλες κουτάλες συνέχεια καθένας μας με τη σειρά του σαν να γινόταν η πιο μεγάλη ιεροτελεστία στον κόσμο. Ένα τέταρτο περνούσε περίπου, να βράσει καλά ο μούστος και αφού κρύωνε λίγο, τον ανακάτευε η μάνα με αλεύρι, που δεν χρειαζόταν να το μετρήσει, με το μάτι λογάριαζε, και έφτιαχνε την υπέροχη εκείνη μουσταλευριά, που όσο πιο άσπρη γινόταν τόσο πιο νοικοκυρά ήταν η γυναίκα που την είχε ετοιμάσει. Και έριχνε μπόλικα αμύγδαλα και σουσάμι από πάνω και το γλύκισμα ήταν έτοιμο, σερβιρισμένο σε μικρά γυάλινα μπολάκια, ο καθένας τη μερίδα του, ή σε μεγάλα ταψιά για να κερνάει τον κόσμο που θα ερχόταν στο σπίτι τις επόμενες μέρες. Τον υπόλοιπο μούστο τον βράζαμε ακόμη για ώρα πολύ, μέχρι να μείνει ένα λίγο πηχτό υγρό στον πάτο που ΄χε το χρώμα του μελιού και δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το πετιμέζι, που συντρόφευε τις τηγανίτες και τους λουκουμάδες τα κρύα βράδια του χειμώνα. Και έπαιρνε ο αέρας τούτο το άρωμα και το ταξίδευε σ’ όλο το χωριό και έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα παντού και στα δικά μας ρουθούνια και στην ψυχή μας. Και έμενε εκεί, σαν μια πολύτιμη συνταγή μιας εποχής που πέρασε, αλλά ποτέ δεν ξεχάστηκε… “.

Καλό μήνα!
Ελένη Μπετεινάκη

Πηγές:
Τα φθινοπωρινά, Λουκάτος Δ.Σ., εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1982
Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Μέγας Γ.Α. Αθήνα 1957
* Τα παιδιά του φθινοπώρου, Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, εκδ. Πατάκης
Οι 12 μήνες.Τα λαογραφικά, Κυριακίδου – Νέστορος Άλκη, εκδ. Μάλλιαρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1982.
” Λόγια του αέρα”, Ελένη Μπετεινάκη, Συλλογή διηγημάτων, Ηράκλειο 2014

Photo: Mary Chaplin, September Floral

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *