Greek English French German Italian Japanese Russian Spanish

Get connected with Happy Life

Sign up for our newsletter



Διαφήμιση
Ένα τσιγάρο για το δρόμο... ή μήπως ένα πακέτο; PDF Εκτύπωση E-mail

smoking«...Υπήρχαν φορές που μετά από μεγάλη κατανάλωση τσιγάρων ξύπναγα μέσα στο βράδυ επειδή τρανταζόταν το κρεβάτι από το βήχα μου και επειδή άκουγα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά...


Μερικές φορές προσευχόμουν να ξυπνήσω το πρωί, άλλες πάλι άναβα ένα τσιγάρο για να ηρεμήσω...»


Οι περισσότεροι καπνιστές αν τους ρωτήσεις γιατί άναψαν το πρώτο τους τσιγάρο δεν θα ξέρουν να σου απαντήσουν. Περισσότεροι είναι αυτοί που θα σου εκμυστηρευτούν ότι ίσως αυτή ήταν από τις χειρότερες εμπειρίες της ζωής τους, αλλά συνεχίζουν να το κάνουν όπως εκατομμύρια καπνιστές σε όλο τον κόσμο. Αν πραγματικά θελήσεις να τους φέρεις σε δύσκολη θέση, μπορείς να τους ρωτήσεις γιατί συνεχίζουν το κάπνισμα. Τότε σχεδόν όλοι, καπνιστές και μη, θα συμφωνήσουν στο γεγονός ότι ο μεγαλύτερος αριθμός τσιγάρων καπνίζεται αφηρημένα, από συνήθεια, λόγω «ψυχολογικής» κατάστασης κ.τ.λ.


Γιατί όμως πραγματικά καπνίζουμε;


Καπνίζουμε με τον καφέ το πρωί, μετά το φαγητό, με το ποτό το βράδυ, όταν βλέπουμε μια ταινία, καπνίζουμε πηγαίνοντας στη δουλειά, οδηγώντας, περιμένοντας το λεωφορείο, καπνίζουμε όταν κάνουμε διάλειμμα, όταν γράφουμε, όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, όταν βγαίνουμε από μια δημόσια υπηρεσία, πριν μπούμε στην τράπεζα, καπνίζουμε όταν περιμένουμε κάποιον, όταν συναντήσουμε κάποιον, “κανπίζουμε ένα τσιγάρο και φεύγουμε”.

Ακόμα, καπνίζουμε όταν είμαστε στεναχωρημένοι, λυπημένοι, κακόκεφοι, καπνίζουμε γιατί είμαστε πολύ χαρούμενοι και ευχαριστημένοι, όταν νιώθουμε ικανοποίηση από κάτι που καταφέραμε, καπνίζουμε όταν είμαστε αγχωμένοι και ανήσυχοι, όταν φοβόμαστε ή όταν τρομάζουμε, καπνίζουμε όταν γελάμε αλλά και όταν κλαίμε, καπνίζουμε για να μιμηθούμε άλλους, όταν είμαστε αμήχανοι, για να αποκτήσουμε κύρος, καπνίζουμε όταν το θέλουμε και όταν δεν το θέλουμε!


Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι καπνιστές συνδέουν το κάπνισμα με ορισμένες καταστάσεις και γεγονότα, με την παρουσία τους σε συγκεκριμένους χώρους, ανάλογα με την διάθεσή τους τα συναισθήματά τους και τις ανησυχίες τους, τον κόσμο που είναι γύρω τους. Το κάπνισμα είναι λοιπόν μια συμπεριφορά. Είναι συμπεριφορά γιατί σε κάθε περίπτωση υπάρχει ένα ερέθισμα (π.χ. καφές) που μας οδηγεί σε μια αντίδραση, το κάπνισμα.

Μια αιτία που είναι κοινή σε όλους τους καπνιστές και δεν εξηγείται επαρκώς από τον παραπάνω απλοϊκό ορισμό της συμπεριφοράς, είναι η εξάρτηση (ο εθισμός) που ωθεί ή “εξαναγκάζει” τους καπνιστές να ανάψουν τσιγάρο. Στην εξάρτηση οφείλεται, εν μέρει, και το γεγονός ότι τα 2/3 των καπνιστών επιθυμούν να σταματήσουν το κάπνισμα αλλά λίγοι από αυτούς το επιτυγχάνουν (Π.Ο.Υ., 2009).


Πολλά τσιγάρα καπνίζονται ημερησίως για να ικανοποιηθεί η ανάγκη που έχει ο οργανισμός των καπνιστών να μη στερηθεί τη νικοτίνη, η οποία είναι μια ψυχοδραστική ουσία. Στην πραγματικότητα όμως και η εξάρτηση είναι μια διαδικασία “εσωτερικής” συμπεριφοράς του οργανισμού. Πιο αναλυτικά, οι ψυχοδραστικές ουσίες, όπως η νικοτίνη, λειτουργούν ως ανεξάρτητα προκλητικά ερεθίσματα. Ανεξάρτητο προκλητικό ερέθισμα είναι το ερέθισμα που προκαλεί συγκεκριμένες αντιδράσεις χωρίς εκμάθηση (ανεξάρτητα από την εκμάθηση), όπως για παράδειγμα η οσμή του κρεμμυδιού (ανεξάρτητο προκλητικό ερέθισμα) προκαλεί το δάκρυσμα των ματιών (ανεξάρτητη αντίδραση).

Μαζί με τις ψυχοδραστικές αντιδράσεις που προκαλεί η νικοτίνη, προκαλεί επίσης και αντιδράσεις, που ονομάζονται αντισταθμιστικές, που περιορίζουν τις ίδιες τις ψυχοδραστικές αντιδράσεις. Σκοπός των αντισταθμιστικών αντιδράσεων είναι να αλλάζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν της νικοτίνης τη διέγερση του νευρικού συστήματος (συμπαθητικού-παρασυμπαθητικού). Οι αντισταθμιστικές αντιδράσεις εμφανίζονται συνήθως πριν τις κυρίως ψυχοδραστικές αντιδράσεις που προκαλεί η νικοτίνη (Μέλλον, 2005).


Με αυτό τον τρόπο το κάπνισμα μάς εγκλωβίζει σε ένα φαύλο κύκλο λήψης και στέρησης της νικοτίνης. Αν αναλογιστούμε ότι η νικοτίνη αμέσως μετά την πρόσληψή της απορροφάται από τους πνεύμονες και μπαίνει στην κυκλοφορία του αίματος και μέσα σε 6-7 δευτερόλεπτα έχει φτάσει στον εγκέφαλο (η ηρωίνη χρειάζεται 15-17 δευτερόλεπτα) μπορούμε να καταλάβουμε την ισχύ και την αμεσότητα της σχέσης μεταξύ ερεθίσματος και αντίδρασης.

Μόλις δηλαδή καπνίσουμε ένα τσιγάρο η ταχυκαρδία που αισθανόμασταν λίγο πριν (αντισταθμιστική αντίδραση), για παράδειγμα, υποχωρεί και αισθανόμαστε για μικρό χρονικό διάστημα μια χαλάρωση (ανεξάρτητο προκλητικό ερέθισμα), που θα μας οδηγήσει με τη σειρά του σε μια νέα αντισταθμιστική αντίδραση, για να εξυπηρετηθεί η ομοιόσταση του οργανισμού.

Το οξύμωρο σχήμα, αλλά και το μυστικό αυτής της σχέσης, είναι το γεγονός ότι η αιτία αυτής της απόλαυσης-χαλάρωσης είναι η προσωρινή διακοπή της ενόχλησης που δημιουργείται από την πρόσληψη της νικοτίνης. Με πιο απλά λόγια, καπνίζουμε ένα τσιγάρο για να “αντιμετωπίσουμε” τη φυσική αντίδραση του οργανισμού σε μια άσκοπη καταστολή που του επιβάλλουμε. Εάν δεν καπνίζαμε καθόλου, δεν θα αισθανόμασταν αυτή την ενόχληση, άρα δεν θα χρειαζόμασταν το επόμενο τσιγάρο.


Η νικοτίνη, που στη μη επεξεργασμένη της κατάσταση είναι ένα κίτρινο λάδι υγρό, αποτελεί την κύρια ουσία στα τσιγάρα και ευθύνεται για τις οξείες ψυχοφυσιολογικές συνέπειες του καπνίσματος, κυρίως στο κυκλοφορικό σύστημα. Σε αρκετές διαφορετικές έρευνες αποδείχτηκε ότι η νικοτίνη είναι το μοναδικό συστατικό του τσιγάρου που αποτελεί φαρμακολογική εξάρτηση (Optiz & Hortsmann, 1981). Το γεγονός ότι η νικοτίνη είναι διαλυτή τόσο στο νερό όσο και στο λίπος μπορεί εύκολα να διαπεράσει την κυτταρική μεμβράνη.

Η υψηλή συγκέντρωση της νικοτίνης εξαρτάται από έναν αριθμό παραγόντων, όπως είναι η ταχύτητα διάσπασης και έκκρισης και φυσικά από τα επίπεδα απορρόφησής της. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που καπνίζουμε (βαθιές ή ασθενείς εισπνοές, συνεχές κάπνισμα μέχρι το φίλτρο κ.τ.λ.) μάς διευκολύνει να διατηρούμε το μέγιστο επίπεδο νικοτίνης που προσλαμβάνουμε σχετικά σταθερό για ώρες, ημέρες και εβδομάδες ανεξάρτητα από την ποσότητα νικοτίνης που περιέχουν τα τσιγάρα ή τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζουμε. Αυτό αποδεικνύει ότι η νικοτίνη είναι η ουσία εκείνη που προκαλεί εξάρτηση αλλά και ανοχή.


Στον καπνιστή που έχει εξαρτηθεί από τη νικοτίνη παρουσιάζεται στερητικό σύνδρομο μέσα σε λίγες ώρες μετά την τελευταία δόση καπνού. Τα συμπτώματα αυτά είναι έντονη επιθυμία για κάπνισμα, νευρικότητα, άγχος, οργή, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, αυξημένη όρεξη, διαταραχές ύπνου, πονοκέφαλοι και μειωμένος καρδιακός ρυθμός. Η επιθυμία κορυφώνεται στις 24 ώρες και μειώνεται σταδιακά σε μερικές εβδομάδες.


Η ψυχολογία του καπνίσματος


Αντικείμενο της ψυχολογίας του καπνίσματος αποτελεί το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι που αρχίζουν να καπνίζουν διατηρούν τη συμπεριφορά αυτή παρά τους γνωστούς κινδύνους. Η θεωρία της συμπεριφοράς προτείνει τόσο μια ερμηνεία για τη δημιουργία της συγκεκριμένης συμπεριφοράς όσο και συγκεκριμένες μεθόδους για τη διακοπή του καπνίσματος. Η θεωρία της συμπεριφοράς στηρίζεται σε δύο βασικές αρχές της μάθησης: την κλασική εξαρτημένη μάθηση και τη συντελεστική. Επιγραμματικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι στην κλασική εξαρτημένη μάθηση μία συγκεκριμένη συμπεριφορά συδέεται με ένα ουδέτερο ερέθισμα και με τη συνεχή επανάληψη της ακολουθίας «ερέθισμα – αντίδραση» η συμπεριφορά (αντίδραση) προκαλείται αυτόματα.

Στο κάπνισμα ουδέτερα ερεθίσματα μπορούν να είναι για παράδειγμα η θέα του αναπτήρα, το αίσθημα χαλάρωσης μετά το φαγητό ή το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Συντελεστική μάθηση ορίζεται η μάθηση που προκύπτει από τις συνέπειες των πράξεων. Αυτό σημαίνει ότι μια συμπεριφορά μπορεί να ενισχυθεί (άμμεσα ή έμμεσα) από τις ευχάριστες συνέπειες που την ακολουθούν. Στο κάπνισμα οι θετικές συνέπειες εμφανίζονται πάρα πολύ γρήγορα (5-7 δευτερόλεπτα).

Ο καπνιστής αισθάνεται πιο χαλαρός ή ευχάριστα τονωμένος ή ακόμη πιο άνετος και ασφαλής στην παρέα, γεγονότα που αποτελούν αρκετά ισχυρούς ενισχυτές της συμπεριφοράς. Επίσης το κάπνισμα ενισχύεται κάθε φορά που η νικοτίνη εισρέει στον οργανισμό και επιφέρει αυτή την ευχάριστη αλλαγή. Ως συνέπεια, ο καπνιστής έχει την τάση να θέλει να επαναλάβει την ευχάριστη επίδραση ή καλύτερα να σταματήσει τη δυσάρεστη ανισσοροπία και έτσι ξεκινά ο κύκλος της εξάρτησης.


Από την πλευρά της ψυχολογίας λοιπόν, το κάπνισμα είναι μια εξαρτητική συμπεριφορά που οφείλεται τόσο στη σύνδεση της εισροής της νικοτίνης στον οργανισμό με τα συγκεκριμένα ερεθίσματα όσο και με τις ευχάριστες συνέπειες που σύντομα εμφανίζονται. Σημαντικότερο στοιχείο σε αυτήν τη διαδικασία είναι ο ρόλος και η λειτουργία των διαφόρων ενισχυτών της συγκεκριμένης συμπεριφοράς.

Οι παράγοντες αυτοί που αποτελούν τους ενισχυτές του καπνίσματος είναι βιολογικοί, όπως είδαμε, κοινωνικοί, π.χ άτομα που ζουν ή εργάζονται σε περιβάλλον που απαρτίζεται από καπνιστές έχουν μικρότερη πιθανότητα να διακόψουν το κάπνισμα, γνωστικοί, στάσεις, αντιλήψεις γύρω από το κάπνισμα, αλλά και προσδοκίες ή αντιλήψεις για την αυτοαποτελεσματικότητα αναφορικά με την προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος και συναισθηματικοί, καθώς το κάπνισμα στις περισσότερες περιπτώσεις έχει έντονο συμβολικό χαρακτήρα (π.χ. πέρασμα από την παιδική/εφηβική ηλικία στην ενήλικη ζωή) και έχει συνδεθεί σχεδόν άρρηκτα με έντονες συναισθηματικές καταστάσεις όπως περιόδους έντονου άγχους. Η διακοπή, λοιπόν, του καπνίσματος και η διατήρηση της νέας αυτής συμπεριφοράς οφείλει να είναι μια μεθοδευμένη διαδικασία με συγκεκριμένους λειτουργικούς στόχους, προκειμένου να είναι αποτελεσματική. 


Χρήστος Κουτσαύτης

Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής