Greek English French German Italian Japanese Russian Spanish

Get connected with Happy Life

Sign up for our newsletter



Διαφήμιση
Συγκρίνοντας, μαθαίνοντας, ισορροπώντας PDF Εκτύπωση E-mail

sygrinontasmathainontasisorropontasτης Τέτας Ηλιοπούλου


Μέρος Α’


Σ’ αυτό το άρθρο θα διαβάσετε πώς γνωρίζουμε και κατασκευάζουμε τον εαυτό μας μέσα από τις συγκρίσεις που κάνουμε με τους άλλους. Επίσης, τι είδους αυτοεικόνα θέλουμε, συνήθως, να δημιουργούμε. Και τέλος, πώς η σύγκριση μπορεί να λειτουργήσει ως σκαλοπάτι για να ανέβουμε και όχι να κατέβουμε στη σχέση που διαμορφώνουμε με τον εαυτό και τους άλλους.

 

Εισαγωγή


Η αίσθηση του εαυτού και η έννοια της ταυτότητας δημιουργούνται τόσο μέσω προσωπικής διεργασίας όσο και μέσω επηρεασμού από την κοινωνία μέσα στην οποία αναπτύσσονται τα άτομα. Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και σκέφτονται ποιοι είναι οι ίδιοι, αναπτύσσοντας τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά μέσα από τη συμμετοχή τους σε κοινωνικές ομάδες. Ο εαυτός, λοιπόν, αποτελεί παράγωγο ατομικό και συλλογικό ταυτόχρονα (Hogg, 2010).


Η σύγκριση παρούσα


Βασικός τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν τον εαυτό τους είναι μέσα από τις συγκρίσεις με άλλους. Η κοινωνική σύγκριση ως φαινόμενο αποτελεί συστατικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής, αναμενόμενο και φυσιολογικό, χωρίς το οποίο θα ήταν αδύνατο να οριστεί η προσωπική και η κοινωνική ταυτότητα (Festinger, 1954).


Έτσι, ανευρίσκεται το μέτρο, ο αποδεκτός τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι, δηλαδή, εξετάζουν τα συναισθήματα, τις στάσεις και τις πράξεις τους μέσα από αυτές των άλλων ανθρώπων. Αναζητούν συγκρίσεις μέσα από τις ομάδες, κύκλους που αισθάνονται ότι ανήκουν. Προβαίνουν σε συγκρίσεις μεταξύ τού πώς είναι και τού πώς θα ήθελαν να είναι, σύμφωνα με ένα μέτρο, στη συνέχεια δημιουργούν κίνητρο για αλλαγή και δράση, αντλώντας ικανοποίηση ή δυσαρέσκεια ανάλογα από το αν πέτυχαν ή όχι τους στόχους τους.


Άλλοτε, θέλουν απλά να επικυρώσουν τις στάσεις τους, συμβάλλοντας στην ακεραιότητα του εαυτού.

Πραγματοποιώντας καθοδική σύγκριση, το άτομο συγκρίνεται με εκείνους των οποίων η απόδοση βρίσκεται κάτω από το δικό του επίπεδο, καταλήγοντας να αισθάνεται καλά για τον εαυτό του (Wills, 1981).

Για παράδειγμα, ένας που πέρασε με οριακή επάρκεια κάποιες εξετάσεις συγκρίνει τον εαυτό του με αυτούς που «κόπηκαν» και νιώθει ανακούφιση.


Ανάλογα με την περίπτωση, οι αντιδράσεις μπορεί να ποικίλλουν από αίσθημα ευγνωμοσύνης για τα προνόμια που κατέχονται, έως αίσθημα ανωτερότητας και διογκωμένο «εγώ» απέναντι στους άλλους.

Αντίθετα, κατά την ανοδική σύγκριση, το σημείο απόδοσης των άλλων βρίσκεται υψηλότερα από το δικό του (Wood, 1989). Στο αναφερθέν παράδειγμα, αυτός που πέρασε με οριακή επάρκεια κάποιες εξετάσεις συγκρίνει τον εαυτό του με αυτούς που αρίστευσαν και νιώθει απογοήτευση.


Ανάλογα με την περίπτωση, οι αντιδράσεις κι εδώ μπορεί να ποικίλλουν, με πιο συχνά συναισθήματα το άγχος, τη δυσαρέσκεια, την ανεπάρκεια, την ανασφάλεια ή τον θυμό και τη ζήλεια. Ενώ, άλλες φορές, δημιουργείται αίσθημα στοχασμού και ενδοσκόπησης, κίνητρο για αυτοβελτίωση ή και θαυμασμού για τον άλλον.

Το άτομο μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη ασφάλεια, υποβαθμίζοντας την ομοιότητά του με τον συγκρινόμενο ή να αποσυρθεί από τη σχέση μαζί του.


Επίσης, μπορεί να τον προβάλλει ως ηττημένο από κάποιες απόψεις ή συνολικά και να «πατήσει πάνω στο κουφάρι του», εκδηλώνοντας επιθετικότητα με λόγια ή πράξεις.

Άλλη εκδοχή είναι να λειτουργήσει υποβιβαστικά προς τον εαυτό του, αναπτύσσοντας καταθλιπτική διάθεση.

Ωστόσο, όταν κάποιος υποχρεώνει τον εαυτό του ή έναν άλλον άνθρωπο να κάνει συνεχώς δυσμενείς ανοδικές συγκρίσεις, το πιθανότερο είναι να αποδομήσει παρά να οικοδομήσει την αυτοεκτίμηση και τη σχέση.


(συνεχίζεται)

 


https://www.e-psychology.gr/personality/2472-sigkrinontas-mathainontas-isorropontas.html