Greek English French German Italian Japanese Russian Spanish

Get connected with Happy Life

Sign up for our newsletter



Διαφήμιση
Γιατί να επισκεφθώ έναν ψυχολόγο; PDF Εκτύπωση E-mail

Η σημερινή εποχή είναι ιδιαίτερα σκληρή για όλους μας. Η οικονομική κρίση, οι εργασιακές συνθήκες, οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής και στη μέση εμείς να προσπαθούμε να επιβιώσουμε, να προσπαθούμε να προλάβουμε όλα όσα πρέπει, αλλά και όλα όσα θα θέλαμε και μας ευχαριστούν, τις περισσότερες φορές δίνοντας προτεραιότητα στα πρώτα και όχι στα τελευταία. Τα «πρέπει», οι υποχρεώσεις και οι δεσμεύσεις αναλώνουν μεγάλο ποσοστό της ενέργειας και του χρόνου μας, «κλέβοντάς» τα από τον ελεύθερό μας χρόνο, αλλά και από κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Το χρόνο μας για διαλογισμό, αυτοανάλυση και γενικά για ενασχόληση με τον εαυτό μας. Αν όλοι οι άνθρωποι αφιέρωναν χρόνο στην προσωπική τους ανάλυση και αυτοκριτική, φτάνοντας στη γνώση του εαυτού τους, ο κόσμος μας θα ήταν σίγουρα καλύτερος.

Ένας τρόπος για να οδηγηθεί κάποιος σε αυτό το δρόμο είναι μέσω της ψυχοθεραπείας. Δε σημαίνει ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος, αλλά είναι ένας από τους πολλούς που μπορεί να διαλέξει κανείς για να φτάσει στο συγκεκριμένο στόχο. Πολλοί άνθρωποι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα και τη βοήθεια που μπορεί να προσφέρει ένας ψυχολόγος, ισχυριζόμενοι ότι αν έχει κάποιος ένα πρόβλημα, μπορεί να μιλήσει σε κάποιο φίλο του για να βγάλει από μέσα του ό,τι τον προβληματίζει ή ότι αφού οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να λύσουν τα δικά τους προβλήματα, πώς θα βρουν λύσεις για τα προβλήματα των άλλων; Κατ' αρχάς, η ψυχοθεραπεία παρέχεται από έναν εκπαιδευμένο ειδικό και, επιπλέον, οι μέθοδοι θεραπείας στην ψυχοθεραπεία καθοδηγούνται και στηρίζονται σε ανεπτυγμένες θεωρίες για την προέλευση των προσωπικών προβλημάτων. Επίσης, την αντικειμενικότητα που βρίσκει κανείς όταν μιλά σε έναν ειδικό ψυχοθεραπευτή, ο οποίος δε τον γνωρίζει και προσπαθεί να βγάλει κάποια άκρη από όσα του λέει και όχι από διάφορα περιστατικά της ζωής του, δεν τη βρίσκει όταν μιλά σε ένα φίλο του. Δημιουργείται ένα «θεραπευτικό συμβόλαιο», μια «θεραπευτική συμμαχία» μεταξύ του ψυχοθεραπευτή και του θεραπευόμενου. Η θεραπευτική συμμαχία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της θεραπευτικής σχέσης, δηλαδή της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θεραπευτή και το θεραπευόμενο από την πρώτη στιγμή της συνεργασίας τους. Πρόκειται για ένα είδος συμμαχίας - συνεργασίας που αναπτύσσεται ανάμεσά τους, με σκοπό την αντιμετώπιση του προβλήματος του θεραπευόμενου. Αυτή η σχέση συνεργασίας δεν παρέχει απλώς στον πελάτη (θεραπευόμενο) ένα ασφαλές περιβάλλον για να εξερευνήσει τον εαυτό του, αλλά η ίδια η διαδικασία ανάπτυξης αυτής της σχέσης μπορεί να αποτυπώσει τα πιο σημαντικά προβλήματα σχέσεων που αντιμετωπίζει ή αντιμετώπισε ο πελάτης. Και φυσικά αυτή η σχέση δεν μπορεί να δημιουργηθεί με ένα φιλικό ή συγγενικό πρόσωπο, όπου εκεί υπάρχει ήδη κάποια σχέση μεταξύ των προσώπων. Και μόνο που μιλάει κανείς για τον εαυτό του και τα προβλήματά του, νιώθει καλύτερα, αλλά δε φτάνει μόνο αυτό. Όσον αφορά την αδυναμία του ψυχολόγου να επιλύσει κάποιο δικό του προσωπικό πρόβλημα, θα λέγαμε ότι όταν καλείται να κάνει κάτι τέτοιο, δε βλέπει τα πράγματα τόσο αντικειμενικά, ούτε και απαλλαγμένα από το συναίσθημα, όπως θα έκανε με ένα θεραπευόμενο. Αυτό εξηγεί το γιατί ένας ψυχολόγος, ενώ μπορεί να βοηθήσει κάποιον άλλον, κάποιες φορές εγκλωβίζεται σε ένα δικό του προσωπικό πρόβλημα. Φυσικά, όπως οι φίλοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τον ψυχολόγο, έτσι και ο ψυχολόγος δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους φίλους. Οι άνθρωποι επισκέπτονται έναν ψυχολόγο για ποικίλους λόγους και προβλήματα, όπως κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές (φοβίες, διαταραχές πανικού), ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχές προσωπικότητας, αλκοολισμός και άλλες μορφές εξάρτησης, όπως τα ναρκωτικά, προβλήματα που προέρχονται από παιδική κακοποίηση, προβλήματα συμπεριφοράς, διατροφικές διαταραχές, αλλά και προβλήματα που έχουν να κάνουν με οικογενειακές διαφωνίες και δυσλειτουργίες, προβλήματα στην εργασία, μοναξιά, δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις ή μια συναισθηματική κρίση λόγω συζυγικών προβλημάτων και γενικά προβλημάτων σχέσεων είναι μερικά από τα θέματα και τα προβλήματα που μπορούν να επιλυθούν μέσω της ψυχοθεραπείας. Κάποιες φορές, και κυρίως όσον αφορά σοβαρές ψυχικές διαταραχές, όπως οι ψυχώσεις ή οι σοβαρές μορφές κατάθλιψης, η ψυχοθεραπεία προτείνεται πάντα σε συνδυασμό με φαρμακευτική αντιμετώπιση. Μια άλλη, σοβαρή ψυχική διαταραχή, η διπολική διαταραχή (συνήθως αποκαλούμενη μανιοκατάθλιψη), αντιμετωπίζεται με φάρμακα ή με ένα συνδυασμό φαρμάκων και ψυχοθεραπείας. Όπως, όμως, αναφέραμε και παραπάνω, κάποιος μπορεί να επισκέπτεται έναν ψυχολόγο χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, με μόνο αίτημα την εξερεύνηση του εαυτού του. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι για όλους, όπως και τα διάφορα είδη ψυχοθεραπείας δεν ταιριάζουν σε όλους. Πολλοί ταυτίζουν την ψυχοθεραπεία με την ψυχανάλυση. Η ψυχοθεραπεία, στην πραγματικότητα, είναι σαν μια ομπρέλα κάτω από την οποία βρίσκονται διάφορα είδη ψυχοθεραπείας, ένα από τα οποία είναι και η ψυχανάλυση. Μια θεωρία ψυχοθεραπείας δρα για τους ψυχολόγους σαν «χάρτης» που τους καθοδηγεί στις κατάλληλες διαδικασίες κατανόησης των πελατών τους και ανάπτυξης λύσεων στα προβλήματά τους. Οι ψυχολόγοι καλούνται να επιλέξουν ένα είδος ψυχοθεραπείας στο οποίο θα εκπαιδευτούν και θα ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας και η επιλογή αυτή θα γίνει αφού κατανοήσουν όλα τα είδη και επιλέξουν αυτό που θεωρούν ότι τους ταιριάζει περισσότερο, αυτό που πιστεύουν ότι «δουλεύει» περισσότερο και αυτό που ταιριάζει περισσότερο στα περιστατικά που θα ήθελαν να αναλάβουν στο μέλλον. Αυτό δε σημαίνει ότι κάποιος δεν μπορεί να αλλάξει την προσέγγιση που ακολουθεί στο μέλλον ή ότι δεν μπορεί να συνδυάσει τεχνικές από διαφορετικές προσεγγίσεις.

 

Οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις χωρίζονται σε πέντε ευρείες κατηγορίες: Ψυχαναλυτικές και ψυχοδυναμικές θεωρίες (ψυχανάλυση). Αυτή η προσέγγιση εστιάζει στην αλλαγή προβληματικών συμπεριφορών, συναισθημάτων και σκέψεων, εξερευνώντας τα ασυνείδητα νοήματα και κίνητρά τους. Πριν από το 1950 η ψυχανάλυση ήταν ουσιαστικά η μόνη μορφή ψυχοθεραπείας που υπήρχε. Οι ψυχαναλυτικά προσανατολισμένες θεραπείες χαρακτηρίζονται από μια στενή θεραπευτική σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου. Οι ασθενείς μαθαίνουν για τους εαυτούς τους εξερευνώντας τις αλληλεπιδράσεις τους στη θεραπευτική σχέση, ενώ η ψυχανάλυση ξεκίνησε από τον Sigmund Freud, έχει τροποποιηθεί και επεκταθεί αρκετά από τότε. Συμπεριφοριστική θεραπεία. Αυτή η προσέγγιση εστιάζει στο ρόλο της μάθησης τόσο φυσιολογικών όσο και μη φυσιολογικών συμπεριφορών. Ο Ivan Pavlov συνέβαλε σημαντικά στη συμπεριφορική θεραπεία, μιλώντας για κλασική βελτίωση ή εξαρτημένη μάθηση. Γνωστό είναι και το πείραμά του με το σκύλο, όπου άρχιζαν να του τρέχουν τα σάλια με το άκουσμα ενός κουδουνιού, και χωρίς να δει το φαγητό, κι αυτό επειδή είχε συνδέσει τον ήχο με το φαγητό. Η διαδικασία της απευαισθητοποίησης είναι η κλασική βελτίωση στην πράξη. Δηλαδή ένας θεραπευτής βοηθά κάποιο θεραπευόμενο να ξεπεράσει τη φοβία του μέσω επαναλαμβανόμενης έκθεσης σε αυτό το ερέθισμα που του προκαλεί τόσο άγχος. Ένας ακόμα σημαντικός θεωρητικός αυτής της σχολής ψυχοθεραπείας είναι ο E.L. Thorndike, ο οποίος εισήγαγε την έννοια «συντελεστική μάθηση». Αυτός ο τύπος μάθησης εξαρτάται από επιβραβεύσεις και τιμωρίες, ώστε να διαμορφώσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Επίσης, αρκετές μετατροπές, βελτιώσεις και παραλλαγές της θεωρίας αυτής έχουν συντελεστεί από τότε που έκανε την εμφάνισή της, τη δεκαετία του ’50. Μια τέτοια παραλλαγή είναι η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία, η οποία εστιάζει τόσο σε σκέψεις όσο και σε συμπεριφορές. Γνωστική θεραπεία. Η γνωστική θεραπεία δίνει έμφαση περισσότερο στο τι σκέφτονται οι άνθρωποι παρά στο τι κάνουν. Οι γνωστικοί θεραπευτές πιστεύουν ότι οι δυσλειτουργικές σκέψεις είναι αυτές που οδηγούν σε δυσλειτουργικά συναισθήματα ή συμπεριφορές. Αλλάζοντας αυτές τις σκέψεις, οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν αυτό που νιώθουν καθώς και αυτό που κάνουν, τις συμπεριφορές τους. Κυρίαρχες φιγούρες στη γνωστική θεραπεία είναι οι Albert Ellis και Aaron Beck. Ανθρωπιστική θεραπεία. Αυτή η προσέγγιση δίνει έμφαση στην ικανότητα των ανθρώπων να κάνουν λογικές επιλογές και να αναπτύσσουν και να αξιοποιούν το μέγιστο των δυνατοτήτων και ικανοτήτων τους. Η ανησυχία και το ενδιαφέρον για τους άλλους είναι επίσης σημαντικά θέματα της ανθρωπιστικής θεραπείας. Ανθρωπιστές φιλόσοφοι όπως οι Jean-Paul Sartre, Martin Buber και Søren Kierkegaard επηρέασαν αυτόν τον τύπο θεραπείας. Τρεις τύποι ανθρωπιστικής θεραπείας είναι περισσότερο ισχυροί. Αυτοί είναι οι εξής: η πελατοκεντρική θεραπεία, η οποία απορρίπτει την ιδέα ότι οι θεραπευτές είναι αυθεντίες γύρω από τις εσωτερικές εμπειρίες των ασθενών τους. Αντί γι’ αυτό, οι θεραπευτές βοηθούν τους πελάτες τους να αλλάξουν δίνοντας έμφαση στο ενδιαφέρον, τη φροντίδα και την ανησυχία τους για εκείνους. Η θεραπεία Gestalt, η οποία δίνει έμφαση στη σημαντικότητα τού να έχεις συναίσθηση του εδώ και του τώρα και να δέχεσαι την ευθύνη του εαυτού σου. Η υπαρξιακή θεραπεία εστιάζει στην ελεύθερη βούληση, στην αυτοδιάθεση (self-determination) και στην αναζήτηση νοήματος. Συστημική θεραπεία. Η συστημική θεωρία βρήκε εφαρμογή και στο χώρο της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής, αντιμετωπίζοντας τα ανθρώπινα «προβλήματα» ως εγγενείς και δυναμικές ιδιότητες των κοινωνικών συστημάτων, και ιδιαίτερα της οικογένειας, και όχι ως χαρακτηριστικό των ατόμων που απαρτίζουν αυτό το κοινωνικό σύστημα. Σύμφωνα με τη συστημική θεώρηση, τα μέλη μιας οικογένειας αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοπροσδιορίζονται, έτσι ώστε να γίνεται ανέφικτη και άσκοπη η εξέταση και η κατανόηση της συμπεριφοράς του ενός ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του άλλου. Η οικογένεια, όπως και κάθε ζωντανό σύστημα, δεν είναι μια απλή σύναξη ατόμων, αλλά μια ενότητα, «ένα σύνολο» με τη δική του δομή, τους δικούς του κανόνες και στόχους. Αυτή η θεωρητική προσέγγιση, καθώς και η παρατήρηση της συναλλαγής ανάμεσα στα μέλη, αρχικά, οικογενειών σχιζοφρενών, οδήγησε στην εικονοκλαστική για την εποχή της θέση, πως η ψυχική ασθένεια δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά οικογενειακή. Κατά συνέπεια και όλα τα άλλα συμπτώματα, δυσκολίες αλλά και αλλαγές που μπορεί να παρουσιάσει ένα άτομο στην προσωπική του πορεία και εξέλιξη είναι σε άμεση αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση με τα σημαντικά συστήματα στα οποία ανήκει. Άρα στο επίπεδο της θεραπευτικής σχέσης είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε το αίτημα για βοήθεια του ατόμου ή της οικογένειας, σε σχέση με τους ρόλους και τη θέση του καθενός στο συγκεκριμένο σύστημα και στη συγκεκριμένη φάση της εξέλιξής τους. Με την εφαρμογή της συστημικής προσέγγισης στη Συμβουλευτική και την Ψυχοθεραπεία, διευρύνεται κατά πολύ το πλαίσιο αναφοράς του ατόμου, αλλά και το πεδίο δράσης του θεραπευτή. Το άτομο βγαίνει από την άδικη θέση του «προβληματικού», που από δική του και μόνο αδυναμία δεν μπορεί να προχωρήσει στη ζωή του. Η προσωπική πορεία συσχετίζεται με τις εξελικτικές φάσεις των αντίστοιχων συστημάτων που ζει και αναπτύσσεται, χωρίς ταυτόχρονα να θεωρείται ανεύθυνο και απλό υποχείριο της δυναμικής των ομάδων που ανήκει. Ο συστημικός σύμβουλος/θεραπευτής μπορεί να αξιοποιήσει γνώσεις και μεθόδους από όλο το φάσμα των ψυχοθεραπευτικών σχολών, για να βοηθήσει τα άτομα και τις οικογένειες να ολοκληρώσουν την πορεία τους και να εξελιχθούν ομαλά. Ενοποιητική ή ολιστική θεραπεία. Πολλοί θεραπευτές δεν μπορούν να περιορίσουν και να ταιριάξουν τον εαυτό τους σε καμία από τις παραπάνω θεραπείες αποκλειστικά. Έτσι, δανείζονται εργαλεία και τεχνικές από διαφορετικές προσεγγίσεις και προσαρμόζουν τη θεραπεία τους στις ανάγκες του ασθενούς τους.

 

Τελικά, πότε ενδείκνυται να πάμε σε ψυχολόγο; Δε σημαίνει ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε κάποιο πρόβλημα πρέπει να πηγαίνουμε σε ψυχολόγο, π.χ. είναι φυσικό όταν βιώνουμε μία απώλεια, ένα χωρισμό κ.λπ., να περνάμε μια περίοδο κατάθλιψης με όλα τα συνεπακόλουθα συμπτώματα, από την οποία κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα βγούμε. Οπότε, σε αυτή την περίπτωση, μόνοι μας, με τις δικές μας δυνάμεις, θα το περάσουμε αυτό. Αν όμως, αυτή η κατάσταση συνεχίζεται για μακροχρόνιο διάστημα, μας κυριεύει τη ζωή και μας δυσκολεύει την καθημερινότητα για πάρα πολύ καιρό, τότε θα μας βοηθούσε μία ή και περισσότερες επισκέψεις σε ψυχολόγο. Αν, για παράδειγμα, κάποιος βιώνει έντονο στρες κάθε φορά που θα πρέπει να παρουσιάσει κάτι μπροστά σε κοινό, αυτό είναι κάτι φυσιολογικό και θα λέγαμε ακόμα και δημιουργικό, όταν όμως το έντονο στρες εμφανίζεται χωρίς προφανή λόγο, είναι πάρα πολύ έντονο, δυσκολεύει την καθημερινότητά μας και μας καθιστά δυσλειτουργικούς στις δραστηριότητές μας, τότε μια επίσκεψη σε ψυχολόγο θα ήταν θεμιτή και βοηθητική. Γενικά, όμως, ακόμα και αν περνάμε αρνητικές φάσεις της ζωής μας μόνοι μας, με τις δικές μας δυνάμεις, ο ψυχολόγος μπορεί να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε τα οφέλη και τα κέρδη που είχαμε από αυτές τις εμπειρίες και πώς μέσα από αυτές θα εξελιχθούμε σαν άνθρωποι και θα φτάσουμε στην αυτογνωσία.

Θεοδώρα Αναστασίου